ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Τερζής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εναν… απρόσμενο σύμμαχο βρήκε χθες η κυβέρνηση στο πρόσωπο του αρχηγού της Ν.Δ. Κυριάκου Μητσοτάκη. Σε συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα Suddeutsche Zeitung, ο κ. Μητσοτάκης, σε πείσμα των όσων επίμονα επαναλαμβάνει εντός συνόρων, παραδέχθηκε ότι δεν υπάρχει τέταρτο μνημόνιο και πως «στις 20 Αυγούστου λήγει το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης για την Ελλάδα».

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε χθες, 20 του μήνα, και σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της «Εφ.Συν.» δόθηκε τη Δευτέρα, 16 Ιουλίου. Μάλιστα η συνέντευξη γράφτηκε τόσο στα γερμανικά όσο και στα αγγλικά και ο αρχηγός της Ν.Δ. ήταν ενήμερος για το τελικό κείμενο πριν αυτό δημοσιευτεί.

Ομολογουμένως, είναι εντυπωσιακή η διγλωσσία του κ. Μητσοτάκη, στην οποία επιδίδεται εντός και εκτός συνόρων, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς πως μόλις δύο μέρες μετά, στις 18 Ιουλίου, και κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην Πολιτική Επιτροπή της Ν.Δ. έλεγε μεταξύ άλλων τα εξής: «Οι επόμενοι μήνες είναι κρίσιμοι. Στο διάστημα αυτό πρέπει να αποκαλυφθεί, πρέπει να αποκαλύψουμε οριστικά το παραμύθι του υποτιθέμενου “τέλους των μνημονίων” και να φανεί ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση ναρκοθετεί το αύριο της χώρας με ψηφισμένα μέτρα και δεσμεύσεις για πολλά ακόμα χρόνια». Και σε άλλο σημείο της ομιλίας του αναφέρει: «Το 4ο Μνημόνιο Τσίπρα-Καμμένου εκτείνεται πλέον για πολλά χρόνια ακόμα». Και λίγο πιο μετά: «Αλλά δυστυχώς ο δρόμος του 4ου Μνημονίου έως το 2022 και των δεσμεύσεων έως το 2060 έχει χαραχθεί».

Οποιος παρακολουθεί συστηματικά τα όσα έχει πει ο κ. Μητσοτάκης το τελευταίο διάστημα, θα διαπιστώσει ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιχειρώντας να αντικρούσει το κυβερνητικό αφήγημα περί καθαρής εξόδου από τα Μνημόνια, αντιπαρέβαλε το επιχείρημα ενός τέταρτου μνημονίου που στη συνέχεια το μετέτρεψε σε «άτυπο 4ο μνημόνιο», επιχείρημα το οποίο όπως φαίνεται λησμόνησε μιλώντας στη Γερμανίδα συνάδελφο, δηλώνοντας πως τελικά στις 20 Αυγούστου λήγει το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης για τη χώρα μας.

Το σχόλιο από το μέγαρο Μαξίμου ήταν άμεσο. «Για ακόμη μία φορά ο κ. Μητσοτάκης εκτίθεται διεθνώς. Αφού έβγαλε ψεύτες τη μισή Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το σύνολο των θεσμών, επιμένοντας πως η χώρα δήθεν εισέρχεται σε τέταρτο μνημόνιο, μιλώντας σήμερα στην Suddeutsche Zeitung άφησε κατά μέρος τις ασυναρτησίες και δήλωσε πως “στις 20 Αυγούστου λήγει το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης για την Ελλάδα”. Καλωσορίζουμε τον επώδυνο συμβιβασμό του κ. Μητσοτάκη με την πραγματικότητα».

Περί εκλογών και Συμφωνίας

Εκτός των ανωτέρω, στη συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα ο κ. Μητσοτάκης ζητάει για άλλη μια φορά εκλογές, συνδέοντάς τες μάλιστα με τη μεταμνημονιακή περίοδο. «Εμείς λέμε ότι όσο ταχύτερα γίνουν οι εκλογές τόσο το καλύτερο. Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν έχει τίποτε να προσφέρει στη χώρα. Στις 20 Αυγούστου λήγει το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα διάσωσης της Ελλάδας. Χρειαζόμαστε μια νέα κυβέρνηση που θα οδηγήσει τη χώρα στο μέλλον», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, επικρίνει το γεγονός ότι θα υπάρξει ενισχυμένη μεταμνημονιακή εποπτεία της χώρας, την οποία αποδίδει στην έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ελληνική κυβέρνηση. «Εάν υπήρχε επαρκής εμπιστοσύνη ότι η κυβέρνηση θα υλοποιήσει τις συμπεφωνημένες μεταρρυθμίσεις, τότε δεν θα χρειαζόταν ένας τόσο αυστηρός μηχανισμός παρακολούθησης για όλα αυτά που συμβαίνουν στην Ελλάδα».

Σε ό,τι αφορά τη Συμφωνία των Πρεσπών, μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, ο κ. Μητσοτάκης υποστηρίζει πως θα τη σεβαστεί έστω κι αν δεν συμφωνεί με το περιεχόμενό της. «Εχω πει ξεκάθαρα ότι δεν μου αρέσει αυτή η συμφωνία. Αλλά λέω επίσης ότι θα τη σεβαστώ ως μια υποχρέωση της χώρας, εφόσον θα έχει επικυρωθεί από την ελληνική Βουλή. Αλλά η δική μου, η Ν.Δ., θα ψηφίσει κατά». Τέλος, υποστηρίζει ότι ο ίδιος θα είχε αναζητήσει μια διαφορετική λύση.

Σε άλλο σημείο της συνέντευξης επισημαίνει ότι επιθυμεί ένα «μικρότερο, αλλά αποτελεσματικότερο κράτος». Σπεύδει να διευκρινίσει ότι αυτό δεν συνεπάγεται απολύσεις, αλλά λιγότερες προσλήψεις σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων που συνταξιοδοτούνται, καθώς και μείωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.