Αν το καλοκαίρι με κάτι είναι συνδεδεμένο, στο δικό μου τουλάχιστον νοσταλγικό υποσυνείδητο, είναι η ανάγνωση Αστερίξ και Οβελίξ τα μεσημέρια, σε κάποια αιώρα, σε μια πλαστική καρέκλα, σε μια ξαπλώστρα στην παραλία. Και αν με κάτι είναι επίσης συνυφασμένο το καλοκαίρι, όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, είναι η τεμπελιά που μας δέρνει, η καλοκαιρινή ραστώνη που τόσο πολύ απολαμβάνουμε. Και αν κάτι επίσης συμβαίνει το καλοκαίρι (ειδικά στη Γαλλία) είναι η συζήτηση για τον προϋπολογισμό του κράτους που παρουσιάζει ο πρωθυπουργός της χώρας.
Πώς τώρα συνδέονται ο Αστερίξ, η τεμπελιά και ο γαλλικός προϋπολογισμός; Την απάντηση τη δίνει το «Οβελίξ & Σία». Εκεί, οι Ρωμαίοι επιστρατεύουν έναν τεχνοκράτη, τον Κάιους Γιάπιους, να μυήσει τους ανυπότακτους Γαλάτες στην ελεύθερη οικονομία και να τους διαφθείρει μέσω του χρήματος, του ανταγωνισμού και του καταναλωτισμού. Η ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια εδώ είναι όμως η εξής: το πρόσωπο του Κάιους Γιάπιους είναι επηρεασμένο από τον τότε δήμαρχο του Παρισιού, πρώην πρωθυπουργό της Γαλλίας και μελλοντικό πρόεδρο, Ζακ Σιράκ.

Βεβαίως και δεν είναι τυχαίο ότι Γκοσινί και Ουντερζό επέλεξαν τον Σιράκ για τη θέση του τεχνοκράτη Γιάπιους. Το 1976 που εκδόθηκε η αντικαπιταλιστική αυτή περιπέτεια του Αστερίξ, ο Σιράκ είχε μόλις παραιτηθεί από πρωθυπουργός και έβαζε πλώρη για τη δημαρχία του Παρισιού. Υπέρμαχος των ιδιωτικοποιήσεων και της ελεύθερης αγοράς, ο Σιράκ θα αποκρατικοποιούσε λίγα χρόνια αργότερα την υπηρεσία νερού της πρωτεύουσας της Γαλλίας, αυξάνοντας έτσι τις τιμές στους πολίτες (αν τυχόν κάτι σας θυμίζει αυτή η υπόθεση, οποιαδήποτε σχέση με πρόσωπα και γεγονότα είναι απολύτως καπιταλιστικά αληθινή). Για την Ιστορία, θα περνούσαν σχεδόν 25 χρόνια για να ανακτήσει ο Δήμος του Παρισιού το δημόσιο αυτό αγαθό από τα χέρια των ιδιωτών.
Και μπορεί ο Σιράκ να έχει πεθάνει, το τεχνοκρατικό και χαμαιλεόντιο πνεύμα του ζει και βασιλεύει. Ο Φρανσουά Μπαϊρού, προ ολίγων εβδομάδων, παρουσίασε έναν κρατικό προϋπολογισμό που «κόβει» 44 δισ. ευρώ από τις κοινωνικές δαπάνες, καταργεί δύο εθνικές αργίες και αυξάνει κατά 6,5 δισ. τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Και όλα αυτά, διότι οι Γάλλοι δεν παράγουν όσο θα έπρεπε και «πρέπει να εργαστούν περισσότερο».
Οποτε πλέον ακούω την ατάκα από πολιτικά πρόσωπα ότι «πρέπει να παράξουμε περισσότερο» ή «πρέπει να εργαστούμε περισσότερες ώρες», σκέφτομαι: «Να μια ωραία δικαιολογία για να μη φορολογήσουμε τους πλούσιους». Διότι, οι συντηρητικοί κύκλοι και οι άνθρωποι με εξουσία και λόγο χρησιμοποιούν το αφήγημα του τεμπέλη ως επιχείρημα για να κατακρεουργήσουν το κοινωνικό κράτος, επιδόματα και κοινωνικές παροχές που παρέχονται στους πλέον αδυνάμους και στις περιθωριοποιημένες ομάδες.
Το αφήγημα του τεμπέλη έχει χρησιμοποιηθεί εναντίον των μαύρων, των ιθαγενών της Αμερικής, εναντίον συνδικαλιστών, ακτιβιστών, αλλά ακόμη και για δημογραφικές ομάδες, όπως τους millennials ή τη γενιά Ζ. Είναι οι κλασικοί εργοδότες, οι οποίοι δεν παρέχουν ούτε τα βασικά εργασιακά δικαιώματα, αλλά γκρινιάζουν που δεν έχουν υπαλλήλους και πιέζουν ταυτόχρονα την κυβέρνηση να κόψει τα επιδόματα που τους «έχουν καλομάθει».
Ούτε επιδόματα λαμβάνουν ούτε και έχουν καλομάθει, απλώς σιγά σιγά οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι ένα βασικό δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί είναι το δικαίωμα στον ελεύθερο χρόνο.
Στο «Οβελίξ & Σία», ενώ ο Οβελίξ γίνεται ο μέγας επιχειρηματίας στο χωριό, λόγω της παραγωγής και διανομής μενίρ, την ίδια στιγμή, όσα λεφτά συσσωρεύονται στις τσέπες των Γαλατών τόσο λιγότερο ελεύθερο χρόνο έχουν. Ο μοναδικός ελεύθερος χρόνος που μπορεί να νοηθεί είναι αυτός που ξοδεύεται σε ανόητα γεύματα εργασίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Οβελίξ δρα σαν σύγχρονος εργαζόμενος στον ύστερο καπιταλισμό: επιτελεί μια ανούσια εργασία (bullshit job, όπως θα έλεγε και ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ), η οποία προσφέρει ένα προϊόν που κανείς δεν ζήτησε, δίχως να παράγει κοινωνικό αντίκτυπο και που αν εξαφανιζόταν κανείς δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι. Αν και ο Οβελίξ μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ο ίδιος την ασημαντότητα της εργασίας του, θα μπορούσαμε να τον εντάξουμε στην πλειονότητα των εργαζομένων, που σύμφωνα με τον Γκρέμπερ επιτελούν ανούσιες εργασίες, σπαταλώντας τον χρόνο τους σε ανούσια καθήκοντα.
Για τον Πολ Λαφάργκ, οι εργαζόμενοι πρέπει να διεκδικήσουν το δικαίωμα της τεμπελιάς από εκείνους «που πλουτίζουν τεμπελιάζοντας». Το 1883 έγραφε ότι ο 19ος αιώνας δεν είναι μονάχα η εποχή της δουλειάς, αλλά ο «αιώνας του πόνου, της δυστυχίας και της φθοράς». Σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο στίχος «we’re not living, we’re just killing time» γίνεται ο εθνικός ύμνος της γενιάς μου. Της γενιάς που βλέπει το 8ωρο να επιμηκύνεται, τα όνειρα για τετραήμερη εργασία να εξατμίζονται, την τεχνολογία να μας προδίδει, τους δισεκατομμυριούχους να πολλαπλασιάζονται σαν τα μανιτάρια, την ανισότητα να διογκώνεται, το κοινωνικό κράτος να δολοφονείται και τους περιφερειακούς και παγκόσμιους πολέμους να μας χτυπούν την πόρτα όλο και πιο δυνατά.
Και κάπου, όχι τόσο μακριά, εξαγριωμένοι εργοδότες μεμψιμοιρούν ότι δεν βρίσκουν εργαζόμενους για να δουλέψουν, κρατώντας μεγάλα πανό που γράφουν: «Δώστε δουλειά στους σκλάβους μας!».
