«Από το 1978, με τον νόμο Μάνου, έχει αποκλειστεί η ανάπτυξη νέων, οχλουσών βιομηχανικών χρήσεων στην Αττική, που επικυρώθηκε λίγα χρόνια αργότερα με το πρώτο Ρυθμιστικό Τρίτση και προβλέφθηκε η σταδιακή μεταφορά όσων υπήρχαν σε άλλες περιοχές», αποκαλύπτει στην «Εφ.Συν.» ο Νίκος Μπελαβίλας, αναπληρωτής καθηγητής του Πολυτεχνείου, αποστομώνοντας τους όψιμους υπερασπιστές της «βιομηχανικής ανάπτυξης» των Λιπασμάτων της Δραπετσώνας.
Ο Ν. Μπελαβίλας είναι επίσης διευθυντής του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος, το οποίο το 1998 είχε εκπονήσει την πρώτη ολοκληρωμένη μελέτη που προέβλεπε ανάδειξη όσων κτιρίων έχουν απομείνει και αποτελούν σπουδαίο δείγμα της βιομηχανικής αρχιτεκτονικής, για να φιλοξενηθούν κοινωνικές υποδομές και χώροι πολιτισμού, καθώς και κατασκευή νοσοκομειακού συγκροτήματος για παιδιά και μαιευτήριο που στερείται ο Πειραιάς.
Τα σχέδια, που «κουμπώνουν» με τη γειτονική πολιτιστική ακτή του ΟΛΠ, έμειναν στα χαρτιά…
Αντίθετα, από το 2010 οι εκάστοτε κυβερνώντες άκουγαν με προσοχή διάφορους επενδυτές που πρότειναν να δημιουργήσουν εγκαταστάσεις για αγώνες «Φόρμουλα 1» –παρ’ όλο που το πείραμα είχε αποτύχει στην Κωνσταντινούπολη. Με το ίδιο ενδιαφέρον υιοθετούσαν μεγαλεπήβολα σχέδια που προέβλεπαν την κατασκευή του «πειραϊκού City», κατά τα πρότυπα του Λονδίνου, με ουρανοξύστες και άλλα κτίρια.
«Ο Πειραιάς δεν έχει ανάγκη από νέο ναυτιλιακό κέντρο. Διαθέτει στην ακτή Μιαούλη και χρειάζεται αναζωογόνηση», επισημαίνει ο Ν. Μπελαβίλας.
Ασκεί επίσης κριτική στην πρωτοβουλία της προηγούμενης δημοτικής αρχής Κερατσινίου να τροποποιήσει το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο ώστε να «χωρέσει» η νέα μονάδα ανακύκλωσης πετρελαιοειδών του Δ. Μελισσανίδη, για την οποία το υπουργείο Περιβάλλοντος έδωσε άδεια λειτουργίας λίγο πριν από τις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου!
Το ιστορικό βιομηχανικό συγκρότημα των Λιπασμάτων περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας το 1992 και η προβληματική εταιρεία έβαλε οριστικά «λουκέτο» λίγα χρόνια αργότερα.
«Η διοίκηση της τράπεζας επέτρεψε να κατεδαφιστούν πάνω από 100 βιομηχανικά κτίρια και πλέον έχουν απομείνει μόνον τρία “κουφάρια”, για να θυμίζουν μια ιστορική επιχείρηση που είχε ιδρυθεί το 1909», τονίζει ο καθηγητής του Πολυτεχνείου και επισημαίνει ότι η τράπεζα τα προηγούμενα χρόνια δεν έλαβε μέτρα για τα ρυπογόνα απόβλητα που έχουν θαφτεί στους αδόμητους χώρους.
«Είμαι απολύτως σύμφωνος με τη ρύθμιση που προωθεί το υπουργείο Περιβάλλοντος», καταλήγει και επικρίνει αυτούς που θεωρούν… μικρό τον προτεινόμενο συντελεστή δόμησης. Υπολογίζει ότι με συντελεστή 0,15 επιτρέπεται να χτιστούν 100.000 τετραγωνικά, όγκος που είναι αρκετός, για να καλύψει την ήπια ανάπτυξη της περιοχής, ενώ θα τετραπλασιαστεί, σε περίπτωση που γίνει δεκτή η πρόταση για 0,60, όπως ζητούν ιδιώτες που κατέχουν μεγάλες ιδιοκτησίες στα Λιπάσματα.
«Τέτοιας κλίμακας δόμηση έχει αποδειχθεί ότι δεν αποτελεί ανάπτυξη για την περιοχή και έχει εγκαταλειφθεί από χρόνια», επισημαίνει ο Ν. Μπελαβίλας.
