Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί οι αιτίες να διαφέρουν ωστόσο η Ελλάδα και Ισπανία εξακολουθούν να έχουν τη μεγαλύτερη ανεργία στην Ευρώπη. Κάτι που ίσως αντανακλάται στο ότι όλο και περισσότεροι παίρνουν το δρόμο της μετανάστευσης, συνήθως μέσα στην Ε.Ε: δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ποσοστό της κινητικότητας των Ελλήνων πολιτών εντός της ΕΕ αυξήθηκε κατά 170% και των Ισπανών κατά 107% τα τελευταία χρόνια.

Το Αθηναϊκό Πρακτορείο έκανε μία έρευνα για το θέμα αναζητώντας τα χαρακτηριστικά και τις λύσεις του φαινομένου μιλώντας με τη διοικητή του ΟΑΕΔ Μαρία Καραμεσίνη, τον επιστημονικό διευθυντή του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, καθηγητή του Οικονομικού Πανεπιστημίου, Γιώργο Αργείτη και τον ερευνητή του Πανεπιστημίου της Γενεύης Χόρχε Γκαλίντο.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ενώ στην αρχή της ευρωπαϊκής κρίσης, η Ισπανία κατείχε την πρώτη θέση σε ανεργία στην ΕΕ, η Ελλάδα «κατάφερε» να την ξεπεράσει στα μέσα του 2012 με αποτέλεσμα σήμερα να καταγράφει το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφήνοντας την Ισπανία δεύτερη.

Στατιστικά παράδοξα

Στην Ισπανία από την αρχή της κρίσης η ανεργία αυξανόταν φτάνοντας στο απόγειό της με ποσοστό 26,9% το πρώτο τρίμηνο του 2014. Κι ενώ το πρώτο τρίμηνο φέτος χάθηκαν περίπου 114.000 θέσεις εργασίας σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ανεργία στο 23,8% από 23,7% το αμέσως προηγούμενο διάστημα αυτό έγινε παρά το γεγονός ότι σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2014, υπάρχουν 13.100 άτομα λιγότερα χωρίς απασχόληση κάτι που οφείλεται στο ότι μειώνεται ο αριθμός του ενεργού εργασιακά πληθυσμού που λαμβάνεται υπόψη στις έρευνες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα η ανεργία τον Ιανουάριο ανήλθε σε 25,7%, σημειώνοντας μικρή πτώση σε σχέση με το 26% του Δεκεμβρίου του 2014, ενώ ο αριθμός των ανέργων μειώθηκε στα 1,22 εκατομμύριο άτομα, από 1,23 εκατ.

Την ίδια στιγμή όμως διατηρεί τα υψηλότερα ποσοστά και στην ανεργία των νέων στην ΕΕ, μαζί με την Ισπανία (50,1%). Επίσης, το τελευταίο τρίμηνο του 2014, οι άνεργοι που δεν είχαν εργαστεί ποτέ, δηλαδή οι νεοεισερχόμενοι άνεργοι αποτελούσαν το 24,3% του συνόλου των ανέργων και οι μακροχρόνια άνεργοι το 73%. (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ).

Η ανεργία αφορά πλέον τους πάντες

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι καθώς πλέον οι κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου είναι τόσο γενικευμένες δεν είναι δυνατόν να σκιαγραφίσουμε το προφίλ του άνεργου: «Η ανεργία στην Ελλάδα, λόγω του μεγάλου όγκου της, αφορά αυτή τη στιγμή ανθρώπους όλων των ηλικιών, των φύλων, των εκπαιδευτικών επιπέδων. Δηλαδή, η έκρηξη της ανεργίας έχει ενσωματώσει στην κατηγορία των ανέργων κατηγορίες που παλαιότερα θεωρούσαμε προστατευμένες. Δεν περιορίζεται στις παραδοσιακές για την Ελλάδα κατηγορίες των ανέργων, δηλαδή τους νέους και τις γυναίκες», λέει η διοικητής του ΟΑΕΔ Μαρία Καραμεσίνη σημειώνοντας ότι «τα στοιχεία δείχνουν μία σχετικά ομοιόμορφη κατανομή. Στις ηλικίες 15-29 έχουμε το 30% των ανέργων, στις ηλικίες 30-49 το 54% με 55% των ανέργων και από 50 έως 64 έχουμε το 15% των ανέργων».

Από την άλλη πλευρά στην Ισπανία «έχουν καταστραφεί αναλογικά περισσότερες θέσεις εργασίας του κατασκευαστικού κλάδου και των ανειδίκευτων εργαζομένων παροχής υπηρεσιών, καθώς και θέσεις εργασίας ατόμων με χαμηλό ή μεσαίο επίπεδο εκπαίδευσης, όπως και θέσεις με επισφαλείς συμβάσεις εργασίας», σύμφωνα με τον ερευνητή του Πανεπιστημίου της Γενεύης, Χόρχε Γκαλίντο.

Ωστόσο και στην χώρα μας υπάρχει ευθεία συσχέτιση της ανεργίας με το εκπαιδευτικό επίπεδο καθώς τα στοιχεία του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, καταγράφουν πως η ανεργία των κατόχων μεταπτυχιακών-διδακτορικών τίτλων φτάνει το 13,1%, των πτυχιούχων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 19,8%, των αποφοίτων ανώτερων τεχνολογικών επαγγελματικών σχολών το 27,%, των αποφοίτων λυκείου το 28,9%, των αποφοίτων γυμνασίου το 30,1%, όσων έχουν μόνο απολυτήριο δημοτικού το 25%, όσων έχουν φοιτήσει μόνο σε κάποιες τάξεις του δημοτικού το 43% και όσων δεν έχουν φοιτήσει σε καμία εκπαιδευτική βαθμίδα το 41%.

Κοινός τόπος και στις δύο χώρες είναι η ελαστικοποίηση που αποτελεί τη σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων χρόνων στην αγορά εργασίας ενώ οι τεχνολογικές εξελίξεις, αυξάνουν τη ζήτηση για υψηλά εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

Εργαζόμενοι φτωχοί

Ένας κίνδυνος που επισημαίνει ο κ.Γκαλίντο αφορά τα συμβόλαια μερικής απασχόλησης όχι από επιλογή του εργαζομένου: «Τα ορισμένου χρόνου συμβόλαια έχουν αυξηθεί από τότε που ξεκίνησε η κρίση (…). Τα συμβόλαια αυτά στην Ισπανία είναι διαφορετικά από τα συμβόλαια μερικής απασχόλησης στην Ολλανδία και τη Φινλανδία, όπου σε μεγάλο βαθμό επιδιώκονται από τους εργαζόμενους. Με αυτή την έννοια, τα συμβόλαια μερικής απασχόλησης για ανειδίκευτους μπορούν να αποτελέσουν πηγή κινδύνου φτώχειας».

Αυτό ακριβώς αποτελεί το νέο στοιχείο προβληματισμού: «Σήμερα ένα από τα φαινόμενα που απασχολούν αρκετά την Ευρώπη και τα συνδικάτα είναι η νέα κατηγορία του εργαζόμενου φτωχού. Πρόκειται δηλαδή για εργαζόμενους με 300 ευρώ, το εισόδημα των οποίων είναι κάτω από το όριο της φτώχειας», τονίζει, ο επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ Γιώργος Αργείτης και προσθέτει: «Η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων δημιούργησε και μία σειρά άλλων επιπτώσεων στην αγορά εργασίας. Δηλαδή, ουσιαστικά μοίρασε τον τρέχοντα όγκο της απασχόλησης σε περισσότερους εργαζόμενους, είναι αυτό που ονομάζουμε αύξηση της μερικής απασχόλησης, ή των επισφαλών μορφών εργασίας».

Αν κάτι ωστόσο θεωρείται το μεγαλύτερο πρόβλημα, αυτό είναι η μακροχρόνια ανεργία. Τα ποσοστά είναι εντυπωσιακά, τόσο στους νέους, όσο και στους μεγαλύτερους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ηλικιακή ομάδα 15-24, περίπου το 60% είναι μακροχρόνια άνεργοι, επί του συνόλου των άνεργων νέων.

«Η μακροχρόνια ανεργία κλιμακώνεται προς τα πάνω ανάλογα με την ηλικία. Δηλαδή, όσο μεγαλύτερος είσαι, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να είσαι μακροχρόνια άνεργος. Γενικά όμως τα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας στη χώρα μας είναι τρομακτικά μεγάλα» σύμφωνα με την κ.Καραμεσίνη.