Η πρωτοφανής ύφεση της ελληνικής οικονομίας –σε μέγεθος και διάρκεια- λόγω της κρίσης συνέβαλε στη ραγδαία αύξηση των «κόκκινων» δανείων στη χώρα από το 2008, επισημαίνει μελέτη της Eurobank καταρρίπτοντας το επιχείρημα ότι η ευθύνη ανήκει στην προ κρίσης πολιτική χορηγήσεων.
Οι αναλυτές της τράπεζας υπογραμμίζουν ότι επιβαρυντικός παράγοντας είναι το πολύ υψηλό ποσοστό ανεργίας. Εκτιμούν τη μακροπρόθεσμη επίπτωση σε 0,4 ποσοστιαίες μονάδες αύξησης του λόγου προβληματικών δανείων για κάθε μονάδα συρρίκνωσης του πραγματικού ρυθμού μεταβολής του ΑΕΠ της χώρας.
Στη μελέτη επισημαίνεται ότι η αύξηση των προβληματικών δανείων επιδρά αρνητικά στην εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας, μέσω των δυσμενών της επιπτώσεων στην κεφαλαιακή επάρκεια και τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα των εγχώριων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και στην ευχέρειά τους να παράσχουν νέες πιστώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Υπογραμμίζεται εξάλλου ότι «κλειδί» για την αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και η περαιτέρω βελτίωση του νομικού και εποπτικού πλαισίου, σύμφωνα με τους αναλυτές της Eurobank.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο, δηλαδή το νομικό και εποπτικό πλαίσιο, τις επόμενες εβδομάδες θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η επεξεργασία του βελτιωμένου Κώδικα Δεοντολογίας της Τραπέζης της Ελλάδος και να καταρτιστεί ο «οδικός χάρτης» κάθε τράπεζας με τους επιχειρησιακούς στόχους ανάταξης-ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (πρόκειται για δάνεια που βρίσκονται κοντά στη ζώνη του «κόκκινου») αλλά και τη διαχείριση των «κόκκινων» σε βάθος τριετίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τράπεζες έχουν περιγράψει τους στόχους τους μόνο για το 2016.
Η ΤτΕ, που είναι αποδέκτρια των σχεδίων αυτών, έχει ζητήσει να συμπληρωθούν και να περιγραφούν αναλυτικά οι στόχοι μέχρι το 2018, είτε αφορούν έσοδα λόγω ρυθμίσεων, εισπράξεων από ρευστοποιήσεις εξασφαλίσεων είτε τις διαγραφές.
Στο πλαίσιο αυτό ο Μάριο Ντράγκι απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευρωβουλευτή Νότη Μαριά τόνισε ότι επαφίεται πλήρως στα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα να αποφασίζουν, βάσει καθαρά εμπορικών κριτηρίων, ποια εργαλεία χρησιμοποιούν κατά τη διαδικασία διευθέτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Η ερώτηση αφορούσε ουσιαστικά τη δυνατότητα των τραπεζών να εντάξουν μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε «καλάθι» τιτλοποιημένων απαιτήσεων (ΑΒS) που πληρούν τους κανόνες αποδοχής της ΕΚΤ και να τα δώσουν ως εγγυήσεις στην ΕΚΤ, κατά τα ιταλικά πρότυπα.
Αυτό, όπως επισημαίνουν γνώστες της τραπεζικής αγοράς, μπορούν να το κάνουν ανά πάσα στιγμή τα ελληνικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπό τον όρο ότι θα υπάρχει αγορά.
Και αυτή η αγορά δεν μπορεί να είναι άλλη από την ΕΚΤ και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE). Για να συμβεί ωστόσο κάτι τέτοιο, θα πρέπει να υπάρχει σχετική απόφαση της ΕΚΤ, ανάλογη με αυτή που εντάσσει τα ομόλογα του ESM στην ποσοτική χαλάρωση.
Αναλυτικά η απάντηση του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι:
«Τα πιστωτικά ιδρύματα της ευρωζώνης είναι ελεύθερα να αποφασίζουν για την έκδοση τίτλων καλυμμένων με μη εξυπηρετούμενα δάνεια και τη χρήση τους.
»Προκειμένου να είναι αποδεκτοί ως ασφάλεια για τις πράξεις νομισματικής πολιτικής του ευρωσυστήματος, οι εν λόγω τίτλοι θα πρέπει να πληρούν τα ισχύοντα κριτήρια καταλληλότητας και να αξιολογούνται κατά περίπτωση.
»Θα ήθελα να επισημάνω ότι επαφίεται πλήρως στα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία αναφέρεστε στην επιστολή σας, να αποφασίζουν, βάσει καθαρά εμπορικών κριτηρίων, ποια εργαλεία χρησιμοποιούν κατά τη διαδικασία διευθέτησης μη εξυπηρετούμενων δανείων.
»Επιπλέον, στο μνημόνιο που έχει υπογραφεί με την Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται ειδική απαίτηση η οποία να υποχρεώνει τις ελληνικές τράπεζες να πωλούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους. Το μνημόνιο απαιτεί την εκπόνηση πλαισίου βάσει του οποίου οι τράπεζες θα έχουν τη δυνατότητα να πωλούν δάνεια, αν το κρίνουν κατάλληλο.
»Σκοπός είναι να τεθούν στη διάθεση των ελληνικών τραπεζών όλα τα πιθανά εργαλεία για τη μείωση του υψηλού επιπέδου των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε διατηρήσιμο επίπεδο».
