Η τελευταία διάσωση των ελληνικών τραπεζών αποτελεί μια διδακτική ιστορία για το πώς η πολιτική -στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή της Ευρώπης- προωθεί τη μεγιστοποίηση των δημόσιων ζημιών προς χάριν αμφισβητήσιμων ιδιωτικών οφελών, διαμηνύει ο Γιάνης Βαρουφάκης.
Σε άρθρο-παρέμβαση υπό τον τίτλο «Η Μεγάλη Ληστεία των Ελληνικών Τραπεζών» -που δημοσιεύτηκε χθες στην ιστοσελίδα γνώμης Project Syndicate- o πρώην υπουργός Οικονομικών υποστηρίζει ότι οι ανακεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών που ενορχήστρωσε η τρόικα από το 2012 έως σήμερα δεν έφεραν λύσεις.
Αντίθετα, οδήγησαν τον έλεγχο του τραπεζικού συστήματος της Ελλάδας στα ξένα hedge funds, ενώ φόρτωσαν με τεράστιες ζημιές τους Ελληνες φορολογούμενους.
«Ποτέ πριν φορολογούμενοι δεν συνεισέφεραν τόσο πολλά σε τόσους λίγους για τόσα λίγα», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Μεταξύ άλλων ο Βαρουφάκης τονίζει ότι ο δανεισμός του ελληνικού Δημοσίου με 41 δισ. ευρώ το 2012 για τη διάσωση των χρεοκοπημένων ελληνικών τραπεζών και η αυστηρή λιτότητα που τον συνόδευε ήταν ισοδύναμα «σιδηρόμπαλας και αλυσίδας» για την αιχμάλωτη από το δύσβατο χρέος και τον αποπληθωρισμό οικονομία της Ελλάδας.
Θυμίζει ότι το φθινόπωρο του 2013 και παρότι, μέσω του ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), είχαν ήδη μεταβιβαστεί περί τα 40 δισ. ευρώ στις 4 συστημικές τράπεζες της χώρας -έναντι μετοχών χωρίς δικαίωμα ψήφου- ενορχηστρώθηκε μια δεύτερη ανακεφαλαιοποίηση.
Ευτελιστικοί όροι
Οι όροι που επιβλήθηκαν από την τρόικα σε αυτήν ήταν ευτελιστικοί για το ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν επέτρεπαν τη συμμετοχή του ΤΧΣ και οδήγησαν τελικά στην απώλεια των μισών από τα 41 δισ. ευρώ που είχαν εισφέρει οι φορολογούμενοι.
Αντίθετα, στα ξένα hedge funds προσφέρθηκε από την τρόικα έκπτωση 80%. Αυτά έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία, γεγονός το οποίο η τρόικα χαιρέτισε ως απόδειξη ότι η διάσωση των τραπεζών που ενορχήστρωσε ενέπνευσε την εμπιστοσύνη του ιδιωτικού τομέα.
Ομως το πρόβλημα δεν λύθηκε και αυτό φάνηκε σύντομα, όταν άρχισε να αποκαλύπτεται το μέγεθος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Τον Φεβρουάριο του 2014 η Blackrock μίλησε για την ανάγκη μιας τρίτης ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, ενώ ώς τον Ιούνιο 2014 το ΔΝΤ είχε αφήσει να διαρρεύσουν εκθέσεις που μιλούσαν για ανάγκες μεγαλύτερες των 15 δισ. ευρώ – πολύ περισσότερα δηλαδή από όσα είχαν απομείνει από το δεύτερο πακέτο διάσωσης.
Ως το τέλος του έτους και ενώ λεφτά και χρόνος του δεύτερου πακέτου τελείωναν, οι τροϊκανοί δεν άφηναν καμία αμφιβολία. Για να διατηρηθεί το πρόσχημα ότι το ελληνικό πρόγραμμα ήταν σε καλό δρόμο, ένα τρίτο πακέτο διάσωσης ήταν απαραίτητο.
Ομως η κυβέρνηση Σαμαρά, που «είχε στοιχηματίσει την πολιτική της επιβίωση στην υπόσχεση ότι το δεύτερο πακέτο διάσωσης θα ολοκληρωνόταν ώς τον Δεκέμβριο του 2014 και θα ήταν το τελευταίο», κατέρρευσε. Η νέα κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη με την εντολή να αμφισβητήσει τη λογική αυτών των διασώσεων.
Ο Βαρουφάκης σημειώνει ότι ως υπουργός Οικονομικών της νέας κυβέρνησης θεωρούσε ότι νέα δάνεια θα έπρεπε να συναφθούν μόνο μετά τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους και ότι κανένα δημόσιο κεφάλαιο δεν θα έπρεπε να δοθεί σε ιδιωτικές τράπεζες πριν δημιουργηθεί μια «κακή τράπεζα» η οποία θα αναλάμβανε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Επιδίωκε συντριβή
Δυστυχώς, όπως αναφέρει, η τρόικα δεν ενδιαφερόταν για μια ορθολογική λύση αλλά να συντρίψει μια κυβέρνηση που τόλμησε να την αμφισβητήσει.
Γι’ αυτόν τον σκοπό κατασκεύασε μαζική φυγή κεφαλαίων από τον τραπεζικό κλάδο επί ένα εξάμηνο, κλείνοντας τελικά τις ελληνικές τράπεζες τον περασμένο Ιούνιο και προκαλώντας τη συνθηκολόγηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στο νέο τριετές δάνειο διάσωσης τον Ιούλιο.
Η πρώτη σημαντική κίνησή του ήταν η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών τον Νοέμβριο, στην οποία οι φορολογούμενοι συμμετείχαν μέσω του ΤΧΣ με 6 δισ. ευρώ. Και πάλι όμως αποκλείστηκαν από την αγορά μετοχών που προσφέρονται στους ιδιώτες επενδυτές.
Το αποτέλεσμα ήταν, παρά τις εισφορές κεφαλαίων περίπου 47 δισ. ευρώ (41 δισ. ευρώ το 2013 και άλλα 6 δισ. ευρώ το 2015), το μερίδιο των φορολογουμένων στο μετοχικό κεφάλαιο των τραπεζών να μειωθεί από μεγαλύτερο του 65% σε μικρότερο του 26%.
Αντίθετα, hedge funds και ξένοι επενδυτές, όπως οι John Paulson, Brookfield, Fairfax, Wellington και Highfields, άρπαξαν το 74% έναντι επένδυσης μόλις 5,1 δισ. ευρώ.
Το τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας πέρασε στα χέρια τους έναντι ευτελούς αντιτίμου, εξακολουθώντας να ταλανίζεται από «κόκκινα» δάνεια και τη συνεχιζόμενη ύφεση, ενώ με αυτόν τον τελευταίο γύρο ανακεφαλαιοποίησης, το κόστος της απόφασης της τρόικας να παραμείνει προσκολλημένη στην πρακτική του «επεκτείνω και προσποιούμαι» δανεισμού έγινε υψηλότερο.
Ποτέ πριν οι φορολογούμενοι δεν συνεισέφεραν τόσο πολλά σε τόσους λίγους για τόσα λίγα.
Επιμέλεια: Μπάμπης Μιχάλης
