Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ’ αρχάς την ευθύνη να διασφαλίσει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά διατηρούν τη φερεγγυότητά τους και διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των αναλαμβανόμενων κινδύνων, ενώ για το ζήτημα της αύξησης των ασφαλίστρων ο Ν.5170/2025 εξαρτά την αύξηση τους από τον ετήσιο δείκτη αναπροσαρμογής μακροχρόνιων ασφαλίστρων (εφεξής Ε.Δ.Α.)». Αυτά επισήμανε μεταξύ άλλων ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας σε απάντηση που απέστειλε σήμερα Δευτέρα στην τομεάρχη Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ, Μιλένα Αποστολάκη για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων υγείας.

Όπως επισημαίνει στην απάντηση του ο διοικητής της ΤτΕ «αν και η τιμολόγηση όλων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων είναι ελεύθερη και δεν υπόκειται σε καμία εποπτική έγκριση, βρίσκεται σε συνεχή επαφή με όλους τους αρμόδιους φορείς, όπως το Υπουργείο Ανάπτυξης και τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου (τομέας προστασίας καταναλωτή), την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου Αγοράς και Προστασίας Καταναλωτή καθώς και ενώσεις καταναλωτών, διαμεσολαβούντων και την Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος».

«Σε κάθε περίπτωση», υπογραμμίζει, «η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατ’ αρχάς την ευθύνη να διασφαλίσει ότι οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά διατηρούν τη φερεγγυότητά τους και διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για την κάλυψη των αναλαμβανόμενων κινδύνων. Και αυτό το κάνει, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ασφάλιστρα θα πρέπει να είναι επαρκή, ώστε να μην απαιτείται συστηματικά προσθήκη επιπλέον κεφαλαίων, κατά τρόπο που θα μπορούσε να κλονιστεί τελικά η φερεγγυότητα της εκάστοτε ασφαλιστικής επιχείρησης.

»Από την άλλη όμως πλευρά, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει σκοπό να προστατεύει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων δίδοντας, σύμφωνα με το εθνικό και ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση στη συνεχή εποπτεία των διαδικασιών που έχουν αναπτύξει οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις για να σχεδιάζουν και να επιβλέπουν τα προϊόντα τους με σκοπό να διασφαλίζουν την εύλογη σχέση ποιότητας/αξίας για τους ασφαλισμένους τους».

Ο κ. Στουρνάρας διευκρίνισε για το ζήτημα της αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων: «Η ΚΥΑ υπ. αρ.74816/30-9-2025 καθορίζει περαιτέρω τους παράγοντες που θα λαμβάνονται υπόψη από την Ελληνική Στατιστική Αρχή (εφεξής ΕΛ.ΣΤΑΤ.) για τον Ε.Δ.Α., αναγνωρίζοντας ότι οι δαπάνες νοσηλείας που καταβάλλουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στα νοσηλευτικά ιδρύματα αποτελούν ένα πολύ σημαντικό μέρος του κόστους ασφάλισης και ως εκ τούτου η ετήσια μεταβολή τους αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τον καθορισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων τους. Επιπλέον, η ως άνω ΚΥΑ στον ορισμό του Ε.Δ.Α. αναγνωρίζει την ηλικιακή μεταβολή ως έναν κρίσιμο παράγοντα τιμολόγησης.

»Ο Ε.Δ.Α. συνιστά κατ’ ουσία ένα σημαντικό μέτρο που αντανακλά την εμπειρία επί των ασφαλιστικών αποζημιώσεων ασφαλίσεων υγείας ολόκληρης της ασφαλιστικής αγοράς, μέτρο το οποίο προσφέρει στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις την δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα την δική τους εμπειρία σε σχέση με την αγορά, και να προβούν στις όποιες απαραίτητες προσαρμογές των ασφαλίστρων, των παροχών αλλά και του τρόπου διαχείρισης των ζημιών και αποζημιώσεων που απορρέουν από τις μακροχρόνιες ασφαλιστικές συμβάσεις υγείας. Ο Ε.Δ.Α., βασίζεται σε απογραφικά στοιχεία των ατομικών συμβολαίων της ιδιωτικής ασφάλισης, παρακολουθώντας έτσι την εξέλιξη των συνολικών δαπανών της αγοράς, ειδικά αυτών των συμβολαίων, συνεκτιμώντας και το κόστος που προκαλεί η ηλικιακή μεταβολή των ασφαλισμένων.

»Η αντίληψη του δείκτη αυτού ως απόλυτου ορίου εφαρμογής για τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων πλείστων διαφορετικών μακροχρόνιων συμβάσεων υγείας και από κάθε ασφαλιστική επιχείρηση που τα προσφέρει υποθέτει,

»(α) ότι όλες οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις βιώνουν συνεχώς την ίδια εμπειρία αποζημιώσεων με την εμπειρία του συνόλου της αγοράς,

»(β) ότι κάθε ασφαλιστική επιχείρηση ασφαλίζει τους ίδιους ασφαλισμένους με τις άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και

»(γ) ότι το προφίλ υγείας και ηλικίας των ασφαλισμένων της δεν αποκλίνει από το αντίστοιχο των άλλων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

»Προφανώς όλες αυτές οι υποθέσεις δεν ισχύουν».

Τέλος, σημείωσε ότι «η ΤτΕ παρακολουθεί, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να επεμβαίνει, βάσει του Ευρωπαϊκού και του εθνικού θεσμικού πλαισίου, στα έξοδα πρόσκτησης και διαχείρισης συμβολαίων, τα οποία θα πρέπει όμως να επανεξεταστούν από τις ίδιες τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις».

Η κ. Αποστολάκη, με επιστολή της αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα συνολικής αξιολόγησης της λειτουργίας της αγοράς μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας, των παραγόντων που διαμορφώνουν τις αυξήσεις των ασφαλίστρων και της αποτελεσματικότητας του εποπτικού πλαισίου ως προς την προστασία των ασφαλισμένων και έθεσε προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος τα εξής ερωτήματα:

  • «Έχει εντοπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα προβλήματα της αγοράς ασφαλίσεων υγείας, και τι ενέργειες εισηγήθηκε στις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες;
  • Προέβη η Τράπεζα της Ελλάδος σε ελέγχους, ως εποπτεύουσα αρχή, για τη διαφύλαξη της διαφάνειας και της ορθής τιμολόγησης των μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας; Αν ναι, γιατί δεν αποτράπηκαν οι υπέρογκες αυξήσεις που εξανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους να ακυρώσουν τα ασφαλιστήριά του;
  • Έχουν εξετάσει οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΤτΕ την εφαρμογή του αποθεματικού γήρανσης στην ελληνική ασφαλιστική αγορά;
  • Τηρούσαν και τηρούν οι ασφαλιστικές εταιρίες τα απαιτούμενα αποθέματα για τα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας εγγυημένης ανανεωσιμότητας; Πώς αξιολόγησε και πώς αντιμετώπισε η ΤτΕ το μεγάλο κύμα ακυρώσεων συμβολαίων, και πώς διασφαλίζεται ότι τα αποθέματα  καλύπτουν πράγματι τους ασφαλισμένους αντί να μετατρέπονται σε πρόσθετο κέρδος μέσω του εξαναγκασμού τους σε ακύρωση. Ποια είναι τα αποτελέσματα της σχετικής εποπτείας της ΤτΕ;
  • Υπάρχουν ασφαλιστικές εταιρίες που υπερβαίνουν τα όρια αυξήσεων του νέου δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ; Ποιες, και πώς δικαιολογούν τις αποκλίσεις στην τιμολόγηση και τις μελλοντικές εκτιμήσεις των αποθεματικών τους;
  • Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών εκτιμά ότι αύξηση περιορισμένη στο 7% ετησίως (όπως το 2025) θα δημιουργούσε κεφαλαιακές ανάγκες άνω των 5 δισ. ευρώ για συμμόρφωση με το SolvencyII. Κατόπιν αυτού, με ποιον τρόπο θα διασφαλίσει η ΤτΕ τα δικαιώματα των καταναλωτών απέναντι σε μεγάλες, αδιαφανείς αυξήσεις πέραν του δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ»;