ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο τεύχος 10 της περιοδικής έκδοσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) «TECHNICAL Notes and Manuals» Αύγουστος (2025) δημοσιεύεται εργασία με κατευθύνσεις και «οδηγίες» για τις διασώσεις τραπεζών με δημόσια χρηματοδότηση, με τίτλο «Exceptional Public Solvency Support to the Banking Sector: Pitfalls and Good Practices».

Δεν είναι προφανές τι ενέπνευσε τους δύο συγγραφείς (Constant Verkoren και Luis Cortavarría-Checkley) να προβούν σε μια τέτοια ανάλυση στη δεδομένη συγκυρία – έστω και αν η ηγεσία του ΔΝΤ και οι πρόσφατες εκθέσεις του για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα καταγράφουν σχετικούς κινδύνους. Εμπνεύστηκε η εργασία τους από την αίσθηση ότι οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα αυξάνονται ή είναι επικείμενοι; Θεωρούν οι συγγραφείς ότι το ΔΝΤ θα κληθεί ξανά να εμπλακεί σε υποθέσεις διάσωσης του τραπεζικού συστήματος και επομένως πρέπει να διαθέτει ένα «πλαίσιο αρχών» σχετικά με αυτό; Είναι απλώς ένα κείμενο προβληματισμού σε «ανύποπτο χρόνο»;

Σε κάθε περίπτωση, οι καλές πρακτικές στις οποίες αναφέρεται η εργασία είναι φανερό ότι παραβιάστηκαν κατάφωρα στην περίπτωση της διάσωσης των τραπεζών από το ελληνικό Δημόσιο, εγκαθιστώντας μάλιστα μια «παράδοση» διαρκούς παραβίασής τους μέχρι σήμερα και στο διηνεκές!

Βεβαίως, το ΔΝΤ ήταν τότε, στα χρόνια από το 2011 και έπειτα, «εγκατεστημένο» στη χώρα μας και «ευλόγησε» όλη τη διαδικασία διάσωσης των ελληνικών τραπεζών με τον τρόπο που έγινε. Ωστόσο, με το βλέμμα στο μέλλον και σε ενδεχόμενα νέα «ατυχήματα» και καταρρεύσεις του τραπεζικού τομέα, δεν κυοφορούνται νέες ιδέες υπό το φως των παλιών εμπειριών. Ακόμα και αν είναι έτσι, τέτοιες εργασίες συνοδεύονται πάγια από τη διευκρίνιση ότι οι απόψεις που παρουσιάζονται δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη τις θέσεις των οργάνων ή της ηγεσίας του Ταμείου.

Ο χρόνος θα δείξει αν πρόκειται για κείμενο «προετοιμασίας των πνευμάτων» για επερχόμενες νέες μεγάλες φουρτούνες στο διεθνές τραπεζικό σύστημα ή όχι. Ομως οι καλές πρακτικές που εισηγείται το κείμενο είναι εδώ, οπότε μπορούν και πρέπει να αξιολογηθούν συγκριτικά με την ελληνική εμπειρία.

Οι «καλές πρακτικές»…

1. «Για την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για τους φορολογούμενους, η δημόσια στήριξη της φερεγγυότητας θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρές απαιτήσεις που επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση της κατανομής των βαρών και την ελαχιστοποίηση του ηθικού κινδύνου. Συγκεκριμένα, η στήριξη θα πρέπει να εξαρτάται από την κατανομή των ζημιών στους μετόχους και, ει δυνατόν, στους κατώτερους πιστωτές και να βασίζεται στην ανάπτυξη αξιόπιστων σχεδίων αναδιάρθρωσης που συμβάλλουν στη στήριξη της βιωσιμότητας της ανακεφαλαιοποιημένης τράπεζας και στην ελαχιστοποίηση του κινδύνου περαιτέρω αναγκών ανακεφαλαιοποίησης».

…και πώς να τις παραβιάσετε

Αυτή είναι η πρώτη και βασικότερη «οδηγία», που στην ελληνική περίπτωση παραβιάστηκε παντοιοτρόπως:

● Η κατανομή ζημιών στους μετόχους βασίστηκε στη μείωση του μετοχικού τους ποσοστού μέσω της απόκτησης κοινών μετοχών από το ελληνικό Δημόσιο (dilution για τους μετόχους). Ομως γρήγορα αναιρέθηκε, με την υποχρεωτική εξαίρεση του ελληνικού Δημοσίου από τις αυξήσεις κεφαλαίου που ακολούθησαν (dilution για το ελληνικό Δημόσιο). Οσο για άλλες εκδοχές κατανομής βαρών και εις βάρος των ιδιωτών, αυτές ούτε που εξετάστηκαν.

Συμπέρασμα; Στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρξε κατανομή βαρών μεταξύ Δημοσίου και μετόχων, παρά μόνο προσωρινή –και αναπόφευκτη εξάλλου– αποστέρηση της μετοχικής πλειοψηφίας από τους μετόχους, την οποία αποκατέστησε το ίδιο το Δημόσιο με… αυτοχειριασμό (εις βάρος του dilution).

● Τα αξιόπιστα σχέδια αναδιάρθρωσης που ελαχιστοποιούν τον κίνδυνο περαιτέρω αναγκών ανακεφαλαιοποίησης δεν υπήρξαν. Τα σχέδια σωτηρίας ήταν… αυτοσχέδια, το ένα διαδεχόταν το άλλο, ύστερα από τις ανακεφαλαιοποιήσεις ήρθαν ο αναβαλλόμενος φόρος και ο «Ηρακλής» (κι αυτός σε τρεις φάσεις: «Ηρακλής» Ι, ΙΙ και ΙΙΙ) για την… τελική σωτηρία, και έτσι έγινε περίπου άτυπη συνταγματική ρύθμιση ότι οι τράπεζες θα πρέπει να σώζονται αενάως – ένα ιδιότυπο «watever it takes», δαπάναις του Δημοσίου. Εχει τόσο καταλυτικά επικρατήσει αυτή η λογική, ώστε ο κίνδυνος της χρηματοπιστωτικής αστάθειας ανασύρεται σαν φόβητρο σε κάθε ευκαιρία: ακόμα και όταν γίνεται αντικείμενο του δημόσιου διαλόγου η στοιχειώδης φορολόγηση των τραπεζικών υπερκερδών ενώ τα μερίσματα απογειώνονται ή όταν γίνεται λόγος για κυβερνητική ρύθμιση για τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο.

● Η παραβίαση αυτής της «οδηγίας» έχει αυτό το παγκόσμιας πρωτοτυπίας αποτέλεσμα: η διαρκής, άνευ όρων διάσωση των τραπεζών ακόμα και από ελάχιστες ή θεωρητικού χαρακτήρα «αναταράξεις» έχει μετατραπεί σε αιώνια υποχρέωση του ελληνικού Δημοσίου και επομένως των Ελλήνων φορολογουμένων. Κι όμως, επ’ αυτού η εργασία των δύο στελεχών του ΔΝΤ είναι σαφέστατη: η εξασφάλιση της διαρκούς ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών είναι υπόθεση των διοικήσεών τους, το δε Δημόσιο πρέπει να επεμβαίνει μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν απειλείται μείζων χρηματοπιστωτική αστάθεια. Ομως αυτά ισχύουν για τους «κουτόφραγκους»· η ελληνική ευφυΐα δίνει ένα νέο παγκόσμιο παράδειγμα: οι τράπεζες πρέπει να ζουν διαρκώς μέσα στο ασφαλές κουκούλι του κρατικού προστατευτισμού.

2. «Επιπλέον, θα πρέπει να συνδυάζεται με αλλαγές στη διοίκηση και άλλα μέτρα για την απόδοση ευθυνών σε πρώην διευθυντές και ιδιοκτήτες για τυχόν αδικήματα που συνέβαλαν στην αποτυχία της τράπεζας και να συμπίπτει με αυστηρή εποπτεία για την αποτροπή της υπερβολικής ανάληψης κινδύνων, την προώθηση της αποτελεσματικής διακυβέρνησης και την αποφασιστική αντιμετώπιση των ευπαθειών που συνέβαλαν στα κεφαλαιακά ελλείμματα», λένε οι συντάκτες της εργασίας.

Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη ή ανάλυση για να καταλάβουμε ότι και αυτή η «οδηγία» παραβιάστηκε ωμά: καμία αναζήτηση και πολύ περισσότερο απόδοση ευθυνών! Επομένως και καμία ανάγκη να αντικατασταθούν οι διοικήσεις – ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ τις «σεβάστηκε» στη διάρκεια της δικής του διακυβέρνησης. Μήπως, ενδεχομένως, οι διοικήσεις των τραπεζών δεν είχαν καμία ευθύνη για την τραπεζική χρεοκοπία στην Ελλάδα; Ενας μύθος κατασκευάστηκε επιμελώς για να υποβάλει μια τέτοια άποψη: ο μύθος ότι οι ελληνικές τράπεζες, αθώες όσον αφορά δικές τους ευθύνες, κατέρρευσαν επειδή τις παρέσυρε στην άβυσσο η κατάρρευση του ελληνικού Δημοσίου.

Κι όμως, ήταν οι τράπεζες που πρώτες χρειάστηκαν «πακέτο» στήριξης, ήδη από το 2009 (το «πακέτο» Αλογοσκούφη, ύψους 28 δισ. ευρώ), όταν ακόμη το ελληνικό Δημόσιο απολάμβανε της εμπιστοσύνης (!) των αγορών.

Πέραν τούτου, είναι κοινή εμπειρία εκατοντάδων χιλιάδων δανειοληπτών και της ελληνικής κοινωνίας εν γένει ότι οι ελληνικές τράπεζες έδιναν δάνεια και πιστωτικές κάρτες σωρηδόν και χωρίς εξασφαλίσεις – ποια μεγαλύτερη και προφανή ευθύνη των διοικήσεων να αναζητήσουμε; Οσοι ισχυρίζονται ότι την ελληνική δημοσιονομική κατάρρευση την έφερε ο Καραμανλής με την αύξηση των ελλειμμάτων μεταξύ 2008 και 2009 (ποτέ στην ιστορία δύο χρόνια αύξησης των κρατικών ελλειμμάτων δεν έφερε «ολόκληρη» κρατική χρεοκοπία), ας δουν αυτά τα στοιχεία: το δημόσιο χρέος κυμαινόταν από το 1995 μέχρι και το 2007 περί το 100% του ΑΕΠ. Το 2008 αυξήθηκε σε 126% του ΑΕΠ. Το ιδιωτικό χρέος αυξήθηκε από 66,2% του ΑΕΠ το 2000 σε 126% του ΑΕΠ το 2008! Τι από τα δύο κλιμακώθηκε πιο θεαματικά;

Οταν το spread των ελληνικών κρατικών ομολόγων άρχισε να ανεβαίνει, οι τράπεζες άρχισαν να «φορτώνουν» τα χαρτοφυλάκιά τους με ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου. Από 37 δισ. ευρώ στις αρχές του 2007, έφτασαν τα 60 δισ. ευρώ το 2010! Φήμες λένε ότι δέχονταν πιέσεις από την κυβέρνηση προς στήριξη της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Καμία φήμη όμως δεν ακούστηκε για το γεγονός ότι αυτό εξυπηρετούσε κυρίως τις τράπεζες, για δύο λόγους: α) γιατί τα υψηλής ακόμη τότε αξιολόγησης ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου αντιστάθμιζαν το αυξανόμενο «σάπισμα» του ενεργητικού τους, β) γιατί η αύξηση του spread σήμαινε και αύξηση των αποδόσεών τους, άρα και υψηλότερα κέρδη.

Κι όμως, η «μεγάλη αφήγηση» για την ελληνική κρίση θέλει την ελληνική κρίση μονοδιάστατη: οφειλόταν αποκλειστικά στην κατάρρευση του Δημοσίου, ενώ οι τράπεζες όχι μόνο δεν είχαν ευθύνη αλλά πλήρωσαν τις συνέπειες της κρατικής χρεοκοπίας! Και επειδή υποτίθεται πως είναι έτσι, υπάρχει μια επίσης διαρκής συνέπεια: οι διοικήσεις των τραπεζών όχι μόνο δεν ελέγχθηκαν τότε για τις δικές τους ευθύνες, αλλά παρέμειναν ασύδοτες μέχρι σήμερα – και στο διηνεκές. Με συνέπεια ο σωτήρας τους, το ελληνικό Δημόσιο, αλλά και ο επόπτης τους, η Τράπεζα της Ελλάδος, να παρουσιάζονται είτε ανίκανοι είτε απρόθυμοι (μάλλον και τα δύο…) για στοιχειώδη έλεγχο των κρατικών τους πρακτικών και για την επιβολή όρων ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα, όπου ο δείκτης Lerner (δείκτης μονοπωλιακής ισχύος) «έχει πάει στον θεό».

Σήμερα, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παρουσιάζεται υγιές, πέρασε πρόσφατα τα stress tests της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής, οι τραπεζικές μετοχές πρωταγωνιστούν στη χρηματιστηριακή άνοδο, τα κέρδη ευημερούν, όπως και τα υψηλά μερίσματα προς τους μετόχους, επομένως πρέπει να υποθέσουμε ότι δεν θα κληθούμε ξανά να τι σώσουμε με έξοδα των φορολογουμένων. Ή μήπως όχι;