Εικόνα γήρανσης παρουσιάζει ο ελληνικός ακτοπλοϊκός στόλος με τον κλάδο της ακτοπλοΐας να καλείται να αντιμετωπίσει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, αυτή της ανανέωσής του. Στο τέλος του 2021, το 60% του στόλου θα είναι εντός του ορίου ηλικίας των 30 ετών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2030 θα είναι 26% μόνο με το 74% του στόλου να είναι πάνω από 30 ετών.
Για να ανανεωθούν όλα τα υπάρχοντα πλοία της ακτοπλοΐας που είναι άνω των 25 ετών (34 συμβατικά και 13 ταχύπλοα) θα απαιτηθούν επενδύσεις της τάξεως των 2,5 δισ. ευρώ έως 3 δισ. ευρώ, ενώ νέες επενδύσεις χρειάζονται για την τεχνολογική αναβάθμιση του νεότερου μέρους ακτοπλοϊκού στόλου κάτω των 20 ετών (20 συμβατικών και 22 ταχυπλόων) που εξυπηρετούν γραμμές της ελληνικής ακτοπλοΐας. Με μία απλή εκτίμηση το κόστος αυτό των επενδύσεων ξεπερνά τα 100 – 150 εκατ. ευρώ.
Αυτά επισημαίνει η 20ή ετήσια έρευνα για την ελληνική ακτοπλοΐα με τίτλο «Η ελληνική ακτοπλοΐα σε περιβάλλον ανατροπών» της εταιρείας οικονομικών ναυτιλιακών συμβούλων XRTC με επικεφαλής τον Γιώργο Ξηραδάκη. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο ελληνικός ακτοπλοϊκός στόλος έχει κάνει ήδη το μεγαλύτερο μέρος ενός κύκλου, ο οποίος ξεκίνησε από τα μέσα προς τέλη της δεκαετίας του ’90 και η εικόνα γήρανσης που παρουσιάζεται επιτρέπει στον αναλυτή να είναι αισιόδοξος για την έναρξη ενός νέου επενδυτικού κύκλου στην αγορά, είτε με την κατασκευή νέων πλοίων ή αγορά σύγχρονων μεταχειρισμένων πλοίων. Για να ξεκινήσει η είσοδος όμως των νέων επενδυτών θα πρέπει να συνδυαστεί με την προβλεπόμενη σταδιακή άρση των μέτρων της πανδημίας την επόμενη διετία και την εκτόξευση του τουριστικού προϊόντος και της οικονομίας της Ελλάδος.
Η έρευνα της XRTC επικαλείται στοιχεία σχετικής μελέτης του Ναυτικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΝΕΕ) και του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) όπου βάσει αυτών το 2030 η ηλικία του 32,7% του ακτοπλοϊκού στόλου θα είναι μεγαλύτερη των 40 ετών, με 18 πλοία να είναι μεγαλύτερης ηλικίας των 50 ετών. Χαρακτηριστικό της γήρανσης του στόλου είναι ότι το σύνολο του στόλου είναι άνω των 7 ετών με διάμεση ηλικία τα 25 έτη. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι στα επόμενα 10 χρόνια θα πρέπει να αντικατασταθεί το 50% του υφιστάμενου στόλου με την υπόθεση ότι το κόστος συντήρησης για πλοία άνω των 35 ετών αυξάνει απαγορευτικά.
Δεδομένου ότι στη διεθνή αγορά δεν διατίθενται προς πώληση πλοία μικρότερης ηλικίας και κατάλληλα για τις ακτοπλοϊκές μας γραμμές, η μόνη λύση για την ανανέωση του στόλου είναι η κατασκευή νέων πλοίων το κόστος των οποίων είναι υψηλό κυρίως λόγω των νέων περιβαλλοντικών προδιαγραφών, ενώ ο χρόνος κατασκευής ξεπερνά τα 2-3 χρόνια. Στο σχέδιο του Ταμείου Ανάκαμψης υπάρχει πρόβλεψη 1 εκατ. ευρώ για την ολοκλήρωση της μελέτης στην οποία θα αποτυπώνονται και οι συνολικές ανάγκες αλλά και οι δυνατότητες χρηματοδότησης των ναυπηγήσεων.
Κρίσιμη καμπή
Ενα από τα βασικά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι ο κλάδος της ακτοπλοΐας βρίσκεται πλέον σ’ ένα περιβάλλον ανατροπών αλλά και σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή, η οποία απαιτεί από το σύνολο των ενδιαφερομένων μερών υπευθυνότητα, κατανόηση της κατάστασης, ανάλυση και πρόβλεψη των μελλοντικών συνθηκών και λήψη αποφάσεων που θα καθορίσουν τις συνθήκες βιωσιμότητας των ακτοπλοϊκών εταιρειών άμεσα.
Η κρισιμότητα της κατάστασης οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην πανδημία η οποία λειτούργησε καταλυτικά στην εμφάνιση των χρόνιων οικονομικών κυρίως προβλημάτων του, τα οποία σκίαζε η θετική δυναμική που είχε δημιουργήσει η σταθερά ανοδική πορεία της ζήτησης την τετραετία 2016-2019. Χαρακτηριστικά, η ακτοπλοϊκή επιβατική κίνηση το 2019, διαμορφώθηκε σχεδόν στα 19 εκατ. (εγχώριο δίκτυο), εξέλιξη που είχε ως αποτέλεσμα να επανέλθει στο επίπεδο του 2009. Αντίστοιχα, στις γραμμές της Αδριατικής οι διακινηθέντες επιβάτες από ελληνικά λιμάνια διαμορφώθηκαν σε 1,5 εκατ. το 2019. Η ανοδική πορεία του μεταφορικού έργου με ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες οφειλόταν κυρίως στην αύξηση του τουριστικού ρεύματος από το εξωτερικό αλλά και την καλυτέρευση της ψυχολογίας των Ελλήνων χρηστών. Ωστόσο, όλα ανατράπηκαν το 2020.
