Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ερωτήματα ως προς τη σκοπιμότητά της εγείρει μελέτη που δημοσιοποίησε χθες το γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW).

Σε αυτήν το ινστιτούτο -που είναι ένας από τους βασικούς οικονομικούς συμβούλους της γερμανικής κυβέρνησης- διαπιστώνει ότι η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης και των πολύ χαμηλών επιτοκίων που εφαρμόζει εδώ και καιρό η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ευνοεί περισσότερο –τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα- τα πλούσια νοικοκυριά παρά τα φτωχά.

Στην προσπάθειά της να αποτρέψει τη διολίσθηση της ευρωπαϊκής οικονομίας στον αποπληθωρισμό και την ύφεση, η ΕΚΤ μείωσε σταδιακά τα επιτόκιά της οδηγώντας τα σε αρνητικά επίπεδα.

Παράλληλα υλοποιεί από τον περσινό Μάρτιο διετές πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων και άλλων τίτλων με στόχο να τονώσει τη ρευστότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων του ιδιωτικού τομέα, τον δανεισμό προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, τις επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.

Οι συγγραφείς της μελέτης αφού «έσκαψαν βαθιά» διαπίστωσαν ότι «επειδή τις μετοχές, τα ομόλογα και τα ακίνητα –που η ΕΚΤ αγοράζει ή πρόκειται πιθανότατα να αγοράσει στο μέλλον στο πλαίσιο του παραπάνω προγράμματος της ποσοτικής χαλάρωσης- κατέχουν κυρίως οι πλούσιοι και όχι φτωχοί Ευρωπαίοι, αυτοί θα είναι και οι πιο ευνοημένοι».

Προς αυτή την κατεύθυνση επικρίνουν τα χαμηλά επιτόκια της ευρωζώνης που, όπως λένε, ενισχύουν τη ζήτηση για επενδύσεις σε μετοχές και ακίνητα, που φυσιολογικά οδηγούν σε αύξηση των τιμών τους και άρα σε αβγάτισμα του πλούτου των πλουσίων που κατέχουν αυτές τις αξίες.

Η κατάσταση αυτή, όπως επισημαίνουν, είναι απίθανο να αλλάξει κάποια στιγμή σύντομα.

Οι διαπιστώσεις της μελέτης βέβαια ουδόλως αποτελούν την ανακάλυψη της πυρίτιδας. Από τη γέννησή τους είναι προφανές ότι από τα προγράμματα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ και των κεντρικών τραπεζών, αυτοί που βγήκαν κερδισμένοι ήταν σε πρώτη φάση οι τραπεζίτες, ο χρηματοπιστωτικός τομέας στο σύνολό του και οι έχοντες επενδύσεις χαρτοφυλακίου, οι οποίοι βρήκαν ευκαιρία να ξεφορτωθούν τίτλους που έχαναν την αξία τους.

Οπως πολύ σωστά αναφέρει η μελέτη, σήμερα το 25% των πλουσιότερων νοικοκυριών έχουν κεφάλαια που συνδέονται με μετοχές ή κάποιας φύσης ομόλογα, ενώ αντίθετα το ίδιο ισχύει μόλις για το 2% των φτωχών νοικοκυριών.

Το ότι η πολιτική της ΕΚΤ ανοίγει την ψαλίδα μεταξύ πλουσίων και φτωχών είναι όμως γνωστό εδώ και χρόνια. Οπως είναι γνωστό ότι μια πιο δίκαια επιλογή -που ενδεχομένως να οδηγούσε σε κλείσιμο της ψαλίδας- θα ήταν η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και η αναδιανομή των εισοδημάτων.

Το περίεργο είναι γιατί το γερμανικό ινστιτούτο αποφάσισε τώρα να επικρίνει την ΕΚΤ για την πολιτική της. Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στην κόντρα του Βερολίνου με τον πρόεδρο της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, ο οποίος λειτουργεί με τις επιλογές του προς όφελος του συνόλου των ευρωπαϊκών ελίτ και όχι μόνο υπέρ της ηγεμονεύουσας γερμανικής.