Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή φαίνεται να έχει ως ένα από τα τελευταία «θύματα» της τον ΟΠΕΚ.
Η αιφνιδιαστική αποχώρηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από το πετρελαϊκό καρτέλ την Τρίτη, έπειτα από 60 χρόνια, αναμένεται να αποδυναμώσει τη συμμαχία, η οποία υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας συνέβαλε επί δεκαετίες στη σταθεροποίηση της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, μεταδίδει ο Guardian.
Οι παγκόσμιες τιμές πετρελαίου έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων ετών την Πέμπτη, ξεπερνώντας τα 126 δολάρια το βαρέλι. Ωστόσο, καθώς η περιοχή συνεχίζει να πλήττεται από τη σύγκρουση, διαφαίνεται το ενδεχόμενο ενός νέου «πολέμου» στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυξημένη αστάθεια για χρόνια.
Προς το παρόν, η πρόθεση των ΗΑΕ να αγνοήσουν τις ποσοστώσεις παραγωγής του ΟΠΕΚ και να αντλούν όσο πετρέλαιο επιθυμούν παραμένει θεωρητική, λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν. Αντίστοιχα, και η δυνατότητα του Ριάντ να χρησιμοποιήσει τα τεράστια αποθέματά του ως «όπλο» είναι περιορισμένη.
Ωστόσο, σε μια μεταπολεμική αντιπαράθεση μεταξύ των δύο μεγάλων πετρελαϊκών δυνάμεων του Κόλπου, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ενός πολέμου τιμών, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατάρρευση των αγορών ενέργειας με απρόβλεπτες οικονομικές συνέπειες.
Επίκειται αντεπίθεση
«Η Σαουδική Αραβία θα αντεπιτεθεί σφοδρά», δήλωσε ο Μιχάλης Ταμβάκης, καθηγητής εμπορευμάτων στο Bayes Business School στο Λονδίνο. «Αυτή η απόφαση αμφισβητεί την εξουσία του βασιλείου και οι Σαουδάραβες θα θελήσουν να δώσουν ένα μάθημα. Σε έναν κόσμο όπου το πετρέλαιο αρχίζει ξανά να ρέει μέσω του Ορμούζ και οι τιμές αρχίζουν να πέφτουν, θα υπάρξει αγώνας για τη μεγιστοποίηση των εξαγωγών ώστε να διατηρηθούν τα έσοδα.».
Σε αυτόν τον ανταγωνισμό, η Σαουδική Αραβία αναμένεται να προωθήσει επιθετικά το πετρέλαιό της σε αγοραστές στην Ασία, προσφέροντας εκπτώσεις στο αργό πετρέλαιο και εν γένει στα καύσιμα. Αν και τα ΗΑΕ είχαν παραδοσιακά πλεονέκτημα στις πωλήσεις διυλισμένων προϊόντων στην Ευρώπη, η Σαουδική Αραβία ενδέχεται να «αντεπιτεθεί» για να κερδίσει μερίδιο αγοράς.
Η Σαουδική Αραβία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, αλλά στα ΗΑΕ βρίσκει έναν ισχυρό ανταγωνιστή. Ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός του καρτέλ διατηρούσε την παραγωγή του κάτω από 3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2024, κατόπιν συμφωνίας με τον ΟΠΕΚ, αλλά θα μπορούσε να την αυξήσει σε 4,5 έως 6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως μόλις αποκατασταθεί η ροή μέσω του Ορμούζ.
Και οι δύο χώρες έχουν από τα χαμηλότερα κόστη παραγωγής παγκοσμίως, ενώ έχουν και δημοσιονομική ανάγκη να αυξήσουν τα έσοδα ώστε να προετοιμάσουν τις οικονομίες τους για ένα μέλλον χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Ανεργία και πολιτική αστάθεια
Ο Ντίτερ Χελμ, καθηγητής οικονομικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, παρομοίασε τον επικείμενο πόλεμο τιμών με τις καταρρεύσεις της αγοράς πετρελαίου τη δεκαετία του 1980 και το 2014, που οδήγησαν σε μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας και πολιτική αστάθεια.
«Οι τιμές του πετρελαίου είναι πιθανό να πέσουν ακόμη περισσότερο και πιο γρήγορα μετά το τέλος του πολέμου», είπε. «Οι υψηλές τιμές ενθαρρύνουν την αύξηση της παραγωγής και ο κόσμος είναι ήδη γεμάτος αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.»
Η άνοδος των τιμών που προκλήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν αναμένεται επίσης να ενισχύσει νέους ανταγωνιστές στις αγορές, κυρίως στην Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία και τη Γουιάνα, καθώς όσο περισσότερο περιορίζονται οι εξαγωγές του Κόλπου, τόσο αυξάνονται οι ευκαιρίες τους να κερδίσουν μερίδιο αγοράς.
Παράλληλα, οι οικονομίες επιταχύνουν τα σχέδιά τους για μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, κάτι που μπορεί να επιταχύνει τη μακροπρόθεσμη πτώση της αγοράς.
Ένα μεταπολεμικό περιβάλλον με αυξημένη προσφορά και αβέβαιη ζήτηση δεν θα είναι ιδανικό για τα κράτη του Κόλπου. Πιθανότατα θα επιδιώξουν να αντλήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο πετρέλαιο για να ανακάμψουν οικονομικά και να ανακτήσουν τη θέση τους στην αγορά, γεγονός που καθιστά πιθανές τις χαμηλότερες τιμές μακροπρόθεσμα.
Το σενάριο αυτό αντιστρατεύεται τον βασικό στόχο του ΟΠΕΚ. Από τη δεκαετία του 1960, η ισχύς του βασίζεται στην ικανότητά του να λειτουργεί ενιαία, ρυθμίζοντας την προσφορά για να σταθεροποιεί τις τιμές.
Όταν η προσφορά μειώνεται, η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της αυξάνουν την παραγωγή για να συγκρατήσουν τις τιμές. Όταν υπάρχει υπερπροσφορά, το καρτέλ μειώνει την παραγωγή για να αποτρέψει κατάρρευση της αγοράς.
Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια υπήρχαν ενδείξεις αποδυνάμωσης της συμμαχίας, καθώς οι αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά αμφισβήτησαν την κυριαρχία της Σαουδικής Αραβίας και οδήγησαν σε σκληρούς πολέμους τιμών.
Το 2020, ο ΟΠΕΚ προχώρησε στις μεγαλύτερες περικοπές παραγωγής στην ιστορία του, μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, όπου κατέρρευσε η ζήτηση. Η απόφαση για μείωση κατά 9,7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως – περίπου 10% της παγκόσμιας ζήτησης – ήρθε μετά από έναν σύντομο πόλεμο τιμών με τη Ρωσία.
Παρόμοια, το 2014, όταν η αύξηση της παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες απειλούσε να πλημμυρίσει την αγορά, η Σαουδική Αραβία αύξησε την παραγωγή της, προκαλώντας μία από τις μεγαλύτερες πτώσεις τιμών στην ιστορία, πλήττοντας ιδιαίτερα τους μικρότερους παραγωγούς.
Η Κιμ Φούιστερ, αναλύτρια του HSBC, δήλωσε: «Η απώλεια ενός βασικού μέλους από τον Κόλπο αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ΟΠΕΚ. Αν τα υπόλοιπα μέλη δεν καταφέρουν να αντισταθμίσουν την παραγωγή των ΗΑΕ με συλλογική πειθαρχία, η διαχείριση των τιμών θα γίνει πιο δύσκολη.»
