Για τον κίνδυνο μιας σοβαρής πτώσης στη Wall Street, η οποία θα μπορούσε να έρθει τους επόμενους έξι μήνες έως δύο χρόνια, προειδοποιεί και ο κορυφαίος τραπεζίτης της Αμερικής. Ο Τζέιμι Ντάιμον, επικεφαλής της μεγαλύτερης τράπεζας των ΗΠΑ, της JP Morgan, διεμήνυσε χθες σε μια σπάνια συνέντευξή του στο BBC ότι «ανησυχεί πολύ περισσότερο από άλλους» για το ενδεχόμενο μιας σοβαρής διόρθωσης της αγοράς καθώς υπάρχουν αυξημένοι κίνδυνοι υπερθέρμανσης των αμερικανικών χρηματιστηρίων.
«Υπάρχουν πολλά πράγματα εκεί έξω που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας» πρόσθεσε επισημαίνοντας παράγοντες κινδύνου όπως το γεωπολιτικό περιβάλλον, οι δημοσιονομικές ανισορροπίες και η επαναστρατιωτικοποίηση της ανθρωπότητας.
Με όχημα τις μεγάλες προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν για την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και τις επιπτώσεις της στο οικονομικό γίγνεσθαι, η Wall Street πέταξε στη στρατόσφαιρα και φέτος καταγράφοντας συνεχή άνοδο τους τελευταίους 5 μήνες και σπάζοντας το ένα ρεκόρ μετά το άλλο. Ο ευρύτερος δείκτης της αγοράς S&P 500 έχει καταγράψει πάνω από 20 ιστορικά ρεκόρ από την αρχή της χρονιάς σημειώνοντας άνοδο 15%, ενώ ο δείκτης υψηλής τεχνολογίας κερδίζει 19%.
Οι εκρηκτικές αποτιμήσεις των μετοχών, ειδικά όσων εταιρειών εστιάζουν στην τεχνητή νοημοσύνη, πυροδοτούν ωστόσο αυξανόμενες ανησυχίες για δημιουργία φούσκας ΑΙ. Εκθεση του ΜΙΤ, ενός από τα κορυφαία πανεπιστήμια των ΗΠΑ, που είδε το φως της δημοσιότητας τον προηγούμενο μήνα, επισήμανε ότι το 95% των εταιρειών που επιχειρούν στην τεχνητή νοημοσύνη δεν έχουν ακόμη βγάλει κάποια χρήματα από αυτήν.
Ουκ ολίγοι προειδοποιούν έτσι ότι η επενδυτική φρενίτιδα των τελευταίων δύο ετών με την τεχνητή νοημοσύνη ίσως αποβεί καταστροφική. Ο Ντάιμον δήλωσε χθες ότι πιθανότατα ένα μέρος των χρημάτων που έχουν επενδυθεί σε αυτήν θα χαθούν ενώ η επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, προειδοποίησε προχθές για επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία λόγω πιθανών μεγάλων διορθώσεων στις χρηματαγορές. Τον κώδωνα κινδύνου έκρουσε και η Τράπεζα της Αγγλίας.
Ομως ο κίνδυνος κατάρρευσης της φούσκας και μιας απότομης διόρθωσης στη Wall Street ίσως αποδειχτεί πολύ πιο σοβαρός απ’ ό,τι εκλαμβάνεται για τις τράπεζες. Οι μεγάλες τράπεζες της Wall Street, βλέποντας τα κέρδη τους από τα δάνεια και την επενδυτική τραπεζική να μειώνονται λόγω της αύξησης των επιτοκίων μετά το 2022, στράφηκαν τα τελευταία χρόνια στο trading. Οι συναλλαγές τίτλων έγιναν βασικός μοχλός των οικονομικών τους αποτελεσμάτων. Από το 2021 τα συνολικά έσοδα από trading των 5 μεγαλύτερων τραπεζών της Wall Street έχουν αυξηθεί κατά 30% ενώ στο ίδιο διάστημα τα αντίστοιχα από την επενδυτική τραπεζική συρρικνώθηκαν ισόποσα. Πρόκειται για μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με όσα ακολούθησαν του κραχ του 2008 όταν η χρηματιστηριακή κατάρρευση και η αυστηροποίηση της νομοθεσίας οδήγησαν σε κατάργηση τμημάτων τους και μείωση των περιουσιακών τους στοιχείων στο trading περίπου στα μισά, συνολικά σε λίγο πάνω από το 1 τρισ. δολάρια.
Κύμα hedge funds και νεοσύστατων επιχειρήσεων είχε σπεύσει να εκμεταλλευτεί την υποχώρησή τους. Χρηματιστές που εγκατέλειψαν τις μεγάλες τράπεζες επανεκκίνησαν τις καριέρες τους σε αυτά τα hedge funds και άλλες οντότητες. Στη συνέχεια ήρθε η ιδιωτική πίστωση. Ο νόμος Dodd-Frank περιόρισε την ικανότητα των τραπεζών να δανείζουν σε εταιρείες με υψηλή μόχλευση ή χαμηλότερη αξιολόγηση. Ηedge funds και στη συνέχεια τα επενδυτικά οχήματα που εστίαζαν στον άμεσο δανεισμό κάλυψαν το κενό. Μεταξύ 2012 και 2024, τα περιουσιακά στοιχεία αυτών τριπλασιάστηκαν στο 1,5 τρισ. δολάρια και ώς το 2027 θα αγγίξουν, σύμφωνα με τις προβλέψεις, τα 2,3 τρισ. δολάρια.
Μόχλευση
Το κοινό γνωρισμα αυτών των εταιρειών είναι ότι για να δρέψουν κερδοφορία από τις συναλλαγές τους και τα δάνειά τους έχουν ανάγκη τη μόχλευση. Οι άμεσοι πιστωτές, για παράδειγμα, στρέφονται σε δάνεια, τιτλοποιήσεις και παράγωγα.
Οι μεγάλες τράπεζες έσπευσαν να τους καλύψουν προσφέροντας τις πιστώσεις που είχαν ανάγκη μέσω των συναλλαγών αυτών. Ετσι ώς το τέλος του 2024 οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της Wall Street -JPMorgan, Bank of America, Citigroup, Goldman Sachs και Morgan Stanley- λειτουργώντας επί της ουσίας ως μεσάζοντες είχαν άνοιγα σχεδόν 2,3 τρισ. δολαρίων σε τρίτα γραφεία trading.
Στους πρώτους έξι μήνες του τρέχοντος έτους αύξησαν το ποσό σε 2,9 τρισ. δολάρια. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αντλούν σταθερά και με ασφάλεια ανάλογα κέρδη από τις πίστες του trading.
Tο μοντέλο αυτό δανεισμού των τραπεζών, που βρίσκεται στην τρέχουσα μορφή του μόνο εδώ και μία δεκαετία, έχει αντέξει δύο σοκ – την έναρξη της πανδημίας και την κήρυξη δασμών του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ τον Απρίλιο. Οι αγορές ανέκαμψαν γρήγορα και από τα δύο. Δεν έχει όμως δοκιμαστεί σε ένα βαθύτερο σοκ. Και αυτό είναι ένα από τα πολλά που ανησυχούν τον Ντάιμον.
