Τη χρήση του Μηχανισμού κατά του Καταναγκασμού (Anti Coercion Instrument-ACI) εναντίον των ΗΠΑ εξετάζουν αρκετές χώρες της Ε.Ε. αν δεν υπάρξει εμπορική συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών ώς το τέλος του μήνα και ο Ντόναλντ Τραμπ επιμείνει στην επιβολή δασμού 30% σε βάρος των ευρωπαϊκών αγαθών.
Το επονομαζόμενο και «εμπορικό μπαζούκας» της Ε.Ε. παρέχει πληθώρα εργαλείων για την αποτροπή και την αντιμετώπιση οικονομικού καταναγκασμού από μια τρίτη χώρα. Τέθηκε σε ισχύ στα τέλη του 2023 αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ καθώς θεωρείται από πολλούς «πυρηνική επιλογή».
Aντίποινα
Το ACI επιτρέπει στην Ε.Ε. να προβεί σε αντίποινα κατά τρίτων χωρών που ασκούν οικονομική πίεση σε χώρες-μέλη για να αλλάξουν τις πολιτικές τους, προσφέροντας πολύ ευρύτερο πεδίο δράσης σε σχέση με τους δασμούς.
Στα εργαλεία που διαθέτει εκτός των δασμών περιλαμβάνονται περιορισμοί στις εισαγωγές ή τις εξαγωγές, αποκλεισμός πρόσβασης σε τμήματα της ευρωπαϊκής αγοράς και δημόσιες συμβάσεις στην Ε.Ε. στην Ευρώπη, περιορισμοί σε επενδύσεις, ειδική φορολογία κ.ά. Οι περιορισμοί στις εισαγωγές/εξαγωγές υλοποιούνται συνήθως μέσω επιβολής ποσοστώσεων ή έκδοσης αδειών. Για τις δημόσιες συμβάσεις της Ε.Ε. οι οποίες αγγίζουν κάθε χρόνο τα 2 τρισ. ευρώ, τα αντίμετρα θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τις προσφορές των αμερικανικών εταιρειών ή επιβολή ποινών που μειώνει την πιθανότητα να πλειοδοτήσουν. Η υιοθέτηση του μηχανισμού θα μπορούσε ακόμη να οδηγήσει στη λήψη μέτρων που θα επηρεάσουν υπηρεσίες στις οποίες οι ΗΠΑ έχουν σήμερα εμπορικό πλεόνασμα έναντι της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών που παρέχουν οι επιχειρηματικοί κολοσσοί, όπως οι Amazon, Microsoft, Meta, Netflix και Uber.
Αλλα μέτρα θα μπορούσαν επίσης να οδηγήσουν σε περιορισμό των άμεσων ξένων επενδύσεων από τις ΗΠΑ -που σήμερα είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής της Ε.Ε.-, αλλαγή όρων στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, περιορισμό της πρόσβασης στις αγορές χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών καθώς και της πώλησης χημικών προϊόντων ή τροφίμων στην Ε.Ε.
Ο νόμος δίνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως και τέσσερις μήνες για να ερευνήσει πιθανές περιπτώσεις καταναγκασμού. Εάν διαπιστώσει ότι τα μέτρα μιας ξένης χώρας συνιστούν οικονομικό καταναγκασμό, το θέτει στα μέλη της Ε.Ε., τα οποία έχουν άλλες 8-10 εβδομάδες για να επιβεβαιώσουν το εύρημα. Η επιβεβαίωση απαιτεί ειδική πλειοψηφία των μελών της Ε.Ε. και αυτό αποτελεί σημαντικό εμπόδιο. Στη συνέχεια η Κομισιόν επιχειρεί να πείσει την ξένη χώρα να σταματήσει τον καταναγκασμό. Εάν η προσπάθειά της αποτύχει, τότε εντός έξι μηνών μπορεί να θεσπίσει μέτρα τα οποία όμως πρέπει ξανά να επικυρωθούν σε ψηφοφορία από τα μέλη της Ε.Ε. Τα μέτρα πρέπει να τεθούν σε ισχύ εντός τριών μηνών. Η όλη διαδικασία θα μπορούσε να διαρκέσει έναν χρόνο, αλλά θα μπορούσε και να επιταχυνθεί.
Aυστηρή στάση
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ευρωπαϊκού Τύπου, υπέρ της χρήσης του Μηχανισμού κατά του Καταναγκασμού έχουν μέχρις στιγμής ταχθεί οι κυβερνήσεις και των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της Ε.Ε., της Γερμανίας και της Γαλλίας. Ειδικά η γαλλική κυβέρνηση φέρεται να ζητά εδώ και καιρό από τις Βρυξέλλες να δείξουν πιο αυστηρή στάση. Το Παρίσι πιστεύει ότι οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές πρέπει «να καταστήσουν σαφές ότι είμαστε έτοιμοι να πατήσουμε το κόκκινο κουμπί» αν ο Ντόναλντ Τραμπ αρνηθεί να συμφωνήσει σε αποδεκτούς όρους, τόνιζε χαρακτηριστικά χθες Γάλλος αξιωματούχος στην ιστοσελίδα Politico.
Η γαλλική πλευρά πιστεύει ότι η υιοθέτηση πιο σκληρής προσέγγισης οφείλει να γίνει τώρα καθώς αν υπάρξει νέα υποχώρηση και συνθηκολόγηση η Ευρώπη θα φανεί αδύναμη, υπονομεύοντας τις πιθανότητες διασφάλισης καλών όρων σε μια συμφωνία. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συναντάται σήμερα στο Βερολίνο με τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και αναμένεται να συζητήσει τις επόμενες κινήσεις της Ε.Ε. καθώς υπολείπονται ακόμη 8 ημέρες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που έχει δοθεί από τον Τραμπ για διαπραγματεύσεις.
