Καμπανάκι για τη ραγδαία αύξηση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών προς επίπεδα που δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ πριν λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, του «ιού της ανισότητας», χτύπησε χθες η Oxfam καλώντας τις κυβερνήσεις να φορολογήσουν περισσότερο πλούσιους και μεγάλες επιχειρήσεις.
Εκθεση της γνωστής ΜΚΟ που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα με αφορμή την έναρξη του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ αποκαλύπτει ότι οι 1.000 πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατάφεραν να ανακτήσουν όλα όσα έχασαν λόγω της πανδημίας σε μόλις 9 μήνες.
Συγκεκριμένα, από τις 19 Μαρτίου έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2020, η συνολική περιουσία αυτών των 1.000 δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 3,9 τρισ. δολάρια στο εκρηκτικό ποσό των 11,95 τρισ. δολ. Ποσό που ισοδυναμεί με όλα όσα έχουν ξοδέψει μέχρι στιγμής οι κυβερνήσεις των 20 πιο ισχυρών οικονομιών του πλανήτη (G20) για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι δέκα πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου μάλιστα είδαν τον πλούτο τους να αυξάνεται συνολικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πάνω από μισό τρισ., κατά 540 δισ. δολάρια.
Η ανάκαμψη του πλούτου τους ήταν ταχύτατη αν συνεκτιμηθεί το ότι μετά το παγκόσμιο κραχ του 2008 πήρε πέντε χρόνια για να επανέλθει η περιουσία ενός εκατομμυριούχου στα προ κρίσης επίπεδα. Η τάχιστη επανασυσσώρευση αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη γρήγορη ανάκαμψη που σημειώθηκε στα χρηματιστήρια μετά τη βουτιά της περσινής άνοιξης, ανάκαμψη που όπως είναι γνωστό πριμοδοτήθηκε από τις πολιτικές των κεντρικών τραπεζών και τις τεράστιες δημοσιονομικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων. Ως μέτοχοι και επενδυτές, οι πλούσιοι εκμεταλλεύτηκαν το φούσκωμα των τιμών, ανέκτησαν τα χαμένα και αβγάτισαν το βιος τους εκτοξεύοντας τις πωλήσεις των ιδιωτικών τζετ στα ύψη σε μια χρονιά που τα αεροπορικά ταξίδια βυθίστηκαν.
Την ίδια στιγμή η πραγματική οικονομία βίωνε το μεγαλύτερο σοκ από τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του ’30 οδηγώντας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους στην ανεργία και την υποαπασχόληση, την εξαθλίωση, την πείνα. Το σοκ αυτό οδήγησε σε ανατροπή της σταδιακής μείωσης της φτώχειας που είχε επιτευχθεί στα τελευταία 20 χρόνια.
Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας -σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις που υπάρχουν- αυξήθηκε στη διάρκεια του 2020 κατά 200 με 500 εκατομμύρια. Σε αντίθεση με τους παραπάνω 1.000 δισεκατομμυριούχους, αυτά τα εκατοντάδες εκατομμύρια φτωχών ανθρώπων θα χρειαστούν 14πλάσιο χρόνο, περισσότερα από 10 χρόνια, για να ορθοποδήσουν από τις οικονομικές συνέπειες που είχε στη ζωή τους η πανδημία.
Αυτή η τεράστια αύξηση της ανισότητας καταγράφεται ταυτόχρονα σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, για πρώτη φορά εδώ και περίπου έναν αιώνα που υπάρχουν στοιχεία. Αναδεικνύει, σύμφωνα με την Oxfam, το πώς ένα στημένο οικονομικό σύστημα παρέχει τη δυνατότητα σε μια πάμπλουτη ελίτ να συγκεντρώνει πλούτο εν μέσω της χειρότερης ύφεσης των τελευταίων 90 ετών, ενώ την ίδια στιγμή δισεκατομμύρια άνθρωποι αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα.
«Η ανισότητα αποτελεί το προϊόν ενός στρεβλού οικονομικού συστήματος εκμετάλλευσης που έχει τις ρίζες του στο νεοφιλελεύθερο οικονομικό δόγμα και στην κατάληψη της πολιτικής διακυβέρνησης από τις ελίτ. Το σύστημα αυτό έχει εκμεταλλευτεί -και χειροτερέψει- παγιωμένα συστήματα ανισότητας και καταπίεσης όπως η πατριαρχία και ο δομικός ρατσισμός που βασίζονται στην υπεροχή της λευκής φυλής. Τα συστήματα αυτά αποτελούν τις ριζικές αιτίες της αδικίας και της φτώχειας. Παράγουν συσσώρευση τεράστιων κερδών στα χέρια μιας λευκής πατριαρχικής ελίτ μέσω της εκμετάλλευσης ανθρώπων που ζουν στη φτώχεια, γυναικών και φυλετικά και ιστορικά περιθωριοποιημένων και καταπιεσμένων κοινοτήτων σε όλο τον κόσμο».
Η Oxfam διαμηνύει ότι η απάντηση απέναντι σε αυτό το διαρκές έγκλημα και κλειδί για μια ραγδαία οικονομική ανάκαμψη είναι οι δικαιότερες οικονομίες. Και αυτές είναι άρρηκτα δεμένες με τη δικαιότερη φορολόγηση. «Η κρίση του κορονοϊού πρέπει να αποτελέσει το σημείο καμπής για τη δικαιότερη φορολόγηση των πλουσιότερων ανθρώπων και των μεγάλων επιχειρήσεων», τονίζει. Οι παρεμβάσεις της κυβερνητικής πολιτικής προς αυτή την κατεύθυνση μπορούν να έχουν τη μορφή υψηλότερων φορολογικών συντελεστών για τις μεγάλες περιουσίες, ουσιαστικής φορολόγησης των χρηματοοικονομικών συναλλαγών και μέτρων για την εξάλειψη της φοροδιαφυγής», τονίζει η έκθεση.
Η ΜΚΟ επικαλείται μάλιστα το παράδειγμα της Αργεντινής, η κυβέρνηση της οποίας φορολόγησε εκτάκτως τις μεγάλες περιουσίες στοχεύοντας σε έσοδα 3 δισ. δολαρίων με τα οποία προτίθεται να καλύψει τις δαπάνες της για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι ένας έκτακτος φόρος στα επιπλέον κέρδη που είχαν οι 32 πολυεθνικές με το μεγαλύτερο όφελος στη διάρκεια της πανδημίας θα μπορούσε να αποφέρει 104 δισ. δολάρια. Ποσό που επαρκεί για χορήγηση επιδόματος ανεργίας σε όλους του εργαζομένους και οικονομική στήριξη όλων των παιδιών και υπερηλίκων στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
