ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Καθησυχαστικός εμφανίστηκε ο πρόεδρος της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι για τις εξελίξεις στη γειτονική Ιταλία υποστηρίζοντας ότι τελικά θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ρώμης και Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε μετά τη χθεσινή τακτική συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ο Ντράγκι ξεκαθάρισε επανειλημμένα ότι οι εξελίξεις γύρω από το ιταλικό έλλειμμα αποτελούν δημοσιονομικό πρόβλημα για το οποίο αρμόδια είναι η Κομισιόν και όχι η κεντρική τράπεζα. Υπογράμμισε όμως παράλληλα ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες πρέπει να τηρούνται.

Παραδέχτηκε ότι η κεφαλαιακή θέση των φορτωμένων με κρατικά ομόλογα ιταλικών τραπεζών θα επιδεινωθεί αν τα σπρεντ των ιταλικών ομολόγων έναντι των γερμανικών εκτοξευθούν πάνω από τις 400 μονάδες βάσης, όπως και ότι η άνοδος του κόστους δανεισμού της Ιταλίας θα επηρεάσει την ανάπτυξη.

Από την άλλη πλευρά, υποστήριξε ότι ο κίνδυνος μετάστασης από την Ιταλία στην υπόλοιπη ευρωζώνη είναι περιορισμένος, ενώ εξέφρασε την πεποίθησή του ότι Ρώμη και Κομισιόν θα τα βρουν τελικά.

Ο Ιταλός κεντρικός τραπεζίτης αναγνώρισε ακόμη ότι το οικονομικό momentum είναι πιο αδύναμο σε σχέση με νωρίτερα, διεμήνυσε όμως ότι αυτό δεν αλλάζει το βασικό σενάριο της ΕΚΤ για την πορεία της οικονομίας της ευρωζώνης, παρ’ ότι την ίδια στιγμή οι ανησυχίες για τον προστατευτισμό, την κρίση στις αναδυόμενες αγορές και τη μεταβλητότητα στις διεθνείς κεφαλαιαγορές παραμένουν.

Νωρίτερα, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ διατήρησε τις προηγούμενες εκτιμήσεις του για: α. τα βασικά επιτόκια, τα οποία αναμένει να παραμείνουν στα σημερινά τους επίπεδα τουλάχιστον ώς το καλοκαίρι του 2019, β. το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, οι καθαρές αγορές του οποίου (στα 15 δισ. ευρώ μηνιαίως) εκτιμάται ότι θα λήξουν στο τέλος Δεκεμβρίου.

Το Δ.Σ. τόνισε πάντως ότι τα ποσά από την εξόφληση των τίτλων που αγοράστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης θα επανεπενδυθούν για όσο διάστημα κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να διατηρηθούν οι ευνοϊκές συνθήκες ρευστότητας και ο διευκολυντικός χαρακτήρας της νομισματικής πολιτικής.