Είναι μια ιστορία που δεν γράφεται με λίγες λέξεις, σεβόμενη όμως τον κανονισμό θα το προσπαθήσω. Πρώτα απ’ όλα να τον περιγράψω: κατάμαυρος, εξ ου και το όνομά του, βελουδένιος με ελάχιστες άσπρες τριχούλες στον λαιμό, μεγάλα μαύρα μουστάκια και πορτοκαλί μάτια. Δεν γκρινιάζει, δεν νιαουρίζει, η μόνη του κουβέντα για επικοινωνία, κοιτάζοντάς μας στα μάτια, είναι το «γρουν».
Κατέβηκε από το Μαίναλο στο εξοχικό μας στη Βυτίνα-Αρκαδίας, το 2018, και με τον γλυκό τρόπο των εγγονών μου έγινε δικό μας. Τον φέραμε στην Αθήνα, συντροφιά απίθανη. Ως κανονικός γάτος είπε να δοκιμάσει τα πέριξ κι έτσι ένα πρωινό έφυγε και βρέθηκε έπειτα από πέντε μήνες στο φαρμακείο της γειτονιάς, ενώ τον είχαμε ξεγραμμένο. Τον φέραμε στο σπίτι, χαρές και παιχνίδια!
Ωστόσο, οι μικροαπουσίες συνεχίστηκαν ώσπου τον Μάιο του 2020 έκανε τη μεγάλη απόδραση, γατοκαβγάδες, λείψαμε κι εμείς πέντε μήνες στο χωριό. Ε, τότε κι αν το είχαμε για ξεγραμμένο, ώσπου την Πρωτοχρονιά, σχεδόν εννέα μήνες μετά, τον εντοπίσαμε στην είσοδο του κτηνιατρείου της γειτονιάς, περιποιημένο και φουντωτό. Ξέρετε γιατί; Είχε πιάσει φιλίες με τη γιατρίνα, τον στείρωσε, ήταν η μασκότ του ιατρείου. Την ευχαριστήσαμε, μας τον έδωσε και τυπικά, καθώς είχε πλέον επιλέξει να γυρίσει σε εμάς. Από τότε δεν φεύγει από την αγκαλιά μας, αλλά δεν ξεχνά και τη γιατρό. Την επισκέπτεται, όπως μας είπε. Ενα πρωινό, μάλιστα, πήγαμε παρέα και μπήκε πρώτος στο ιατρείο.
Κατά τ’ άλλα, θυμήθηκε όλες του τις συνήθειες, τις γωνιές του σπιτιού, το καλάθι του και την αγαπημένη του «Εφ.Συν.», που συνήθιζε να κάθεται δίπλα της πολλές φορές.
