Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ισχυρό πρόσωπο της ποιητικής γενιάς του ’70 (με διακρίσεις και μεταφρασμένο έργο)· πολυσχιδής άνθρωπος των γραμμάτων (με διαδρομή στα ερτζιανά, σε λογοτεχνικά περιοδικά, στην κριτικογραφία, στη μελέτη και στην ανθολογία, ενώ, τελευταία, και στη δημιουργική γραφή)· χαμηλόφωνη, διακριτική παρουσία.

Ο Κ.Γ. Παπαγεωργίου χαρτογραφεί το πνευματικό και βιωματικό ίχνος του, ψηλαφεί πρόσωπα και εποχές στο πέρασμα του χρόνου. Ενα μικρό αφήγημα αυτοβιογράφησης.

Αισθάνομαι ότι ανήκω και συντάσσομαι στην κατηγορία εκείνων των αναγνωστών που, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εφηβείας τους, παρασυρμένοι από μία απροσδιόριστη, ενδιάθετη τάση φυγής από το ψυχοπλακωτικό και εξόχως μικροαστικό κλίμα του τέλους της δεκαετίας του ’50, πρωτογενώς «επαναστατημένοι», ευρισκόμενοι σχεδόν μονίμως σε μια κατάσταση ταραχώδους πνευματικής, συναισθηματικής, θα πρόσθετα και σωματικής εκκρεμότητας, με κακούς δασκάλους, άρα και λειψή παιδεία, μόνοι, ακαθοδήγητοι, αναζήτησαν κάποιο παρηγορητικό στήριγμα στο διάβασμα.

Συγκεκριμένα σε συγγραφείς που τα ονόματά τους κυκλοφορούσαν τα δίσεκτα εκείνα χρόνια περίλαμπρα στο χρηματιστήριο των συνοικιακών λογοτεχνικών-πνευματικών αξιών, τυπωμένα στα έγχρωμα χάρτινα εξώφυλλα φτηνών βιβλίων αραδιασμένων σε υπαίθριους πάγκους, στο κέντρο της πρωτεύουσας ή σε ενοριακά πανηγύρια, αφρόντιστα τυπογραφικά, άκοπα, τυπωμένα σε κιτρινωπό χαρτί εφημερίδας με τα ξένα μεταφρασμένα, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, από μεταφραστές που υπέγραφαν ψευδωνύμως ή με τα αρχικά του ονόματός τους ή και καθόλου.

Ακόμα διατηρούνται ζωηρά εντυπωμένα στη μνήμη μου τα εξώφυλλα βιβλίων όπως η Νανά του Ζολά, Η μάνα και Τα πανεπιστήμιά μου του Γκόρκι, Το υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, Οι παράξενοι έρωτες του Πιτιγκρίλι, η Γκρατσιέλα του Λαμαρτίνου, Η γέννηση της τραγωδίας και Τάδε έφη Ζαρατούστρας του Νίτσε, Τοτέμ και ταμπού του Φρόιντ, Η πείνα και Ο Παν του Χάμσουν, Το κάστρο του Κρόνιν, Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος και Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα του Λουντέμη και αμέτρητα άλλα, εντελώς άσχετα μεταξύ τους, ενδεικτικά της έλλειψης μιας στοιχειώδους έστω καθοδήγησής μας από κάποιον αρμόδιο, της κωμικοτραγικής μας άγνοιας αλλά και της αναγνωστικής μας δίψας.

Τα βιβλία του Ιουλίου Βερν, που εξακολουθητικά μου χάριζαν συγγενείς και φίλοι με κάθε ευκαιρία, τα έβρισκα αδιάφορα και ψυχρά και, αν εξαιρέσω τον Γύρο του κόσμου σε 80 ημέρες και τον Μιχαήλ Στρογκόφ, όλα τα άλλα στοιβάζονταν, μισοδιαβασμένα ή αδιάβαστα, στο ντουλάπι του κομοδίνου μου, μαζί με τα επίσης μισοδιαβασμένα βιβλία της Δέλτα που, μάλλον διαισθητικά, μεγαλωμένος με ιστορίες της Μικρασιατικής Καταστροφής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, τα έκρινα ως συντηρητικά, ιδιαιτέρως ελληνοκεντρικά, πατριδολατρικά και ελληνορθοδόξως διδακτικά.

Οσο για τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου, αυτή την έβρισκα μάλλον πληκτική με τους τακτοποιημένους δερματόδετους τόμους της, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν ιστορικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος, ώς την ημέρα που διέκρινα στριμωγμένους ανάμεσά τους την επίτομη ποιητική Ανθολογία του Ηρακλή Αποστολίδη, την τρίτομη (αργότερα έγινε πεντάτομη) ποιητική Ανθολογία του Μιχαήλ Περάνθη και τις συλλογές δημοτικών τραγουδιών (που θα πρέπει να με επηρέασαν πολύ, αν σκεφτεί κανείς ότι για καιρό έγραφα τις εκθέσεις μου, σελίδες ολόκληρες, σε δεκαπεντασύλλαβο στίχο) του Νικολάου Πολίτη και του Φοριέλ.

Ως την ημέρα, σκέφτομαι τώρα, που διαισθάνθηκα τη δύναμη και τον ρόλο της σιωπής, γιατί κάπως έτσι, σαν σιωπή εξέλαβα τα μεγάλα λευκά περιθώρια που περιέβαλλαν προστατευτικά τα ποιήματα, κάτι σαν δίχτυ ασφαλείας επάνω από το οποίο ακροβατούσαν στίχοι και ποιήματα, πράγμα που ποτέ δεν είχα νιώσει ή σκεφτεί με τα ποιήματα των σχολικών αναγνωστικών.

Σημείωνα μανιωδώς ονόματα ποιητών και τίτλους ποιημάτων, πολλά από τα οποία αποστήθιζα και τα μουρμούριζα όταν ήμουν μόνος, με συνέπεια στα φοιτητικά μου χρόνια να έχω σχεδόν ερήμην μου καταρτίσει μια εντελώς προσωπική, εσωτερική ποιητική ανθολογία με δημοτικά τραγούδια και ποιήματα του Σολωμού, του Κάλβου, του Παλαμά, του Καβάφη, του Μαλακάση, του Σικελιανού, του Βάρναλη, του Καρυωτάκη και πολλών άλλων.

Δημιούργησα, με άλλα λόγια, έναν εντελώς προσωπικό ποιητικό κανόνα που ποτέ δεν σταμάτησα να τον ενισχύω θεωρητικά και να τον εμπλουτίζω με προσθήκες όχι πλέον μεμονωμένων αποστηθισμένων ποιημάτων αλλά με βιβλία, πολλά από τα οποία μου στάθηκαν πυξίδες, αρωγοί, σύντροφοι και τόποι καταφυγής.

Βιβλία που όσο περνούσαν τα χρόνια επιλέγονταν όλο και με αυστηρότερα κριτήρια συμβάλλοντας, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο, άλλα φανερά και άλλα υποδορίως, με άκρα διακριτικότητα, στη στερέωση του ποιητικού μου ιδεώδους, όπως -για να περιοριστώ στους Ελληνες ποιητές του εικοστού αιώνα- ο Λυρικός βίος του Σικελιανού, τα Ποιήματα του Σεφέρη, η Εκλογή (Α’και Β’) του Παπατσώνη, η Τέταρτη Διάσταση του Ρίτσου, τα Ποιήματα του Σαραντάρη, Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, Το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου και Τα ελεγεία της οξώπετρας του Ελύτη κ.ά. και βέβαια βιβλία κάποιων ποιητών της Α’ και της Β’ μεταπολεμικής γενιάς, ιδίως εκείνων που ήταν, φανερά ή κρυφά, σημαδεμένοι από το τραυματικό στίγμα της «μεταπολεμικότητας», όπως λ.χ. Η περιπέτεια και Τα παράθυρα του Παπαδίτσα, Τα αντικλείδια του Παυλόπουλου, Τα ποιήματα 1941-1971 του Αναγνωστάκη, τα Ποιήματα 1945-1971 του Σαχτούρη, Η γενεαλογία της Βακαλό, Η ψυχοστασία και Εν γη αλμυρά του Λεοντάρη, αλλά και Το λίγο του κόσμου και το Χαίρε ποτέ της Δημουλά και η Persona της Ησαΐα και άλλα βιβλία αρκετών συνοδοιπόρων μου, των δεκαετιών του ’70 και του ’80, που είναι κάτι παραπάνω από βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα συμβάλουν κι αυτά στη συγκρότηση και στον εμπλουτισμό του ποιητικού κανόνα πολλών νεότερων ποιητών και επαρκών αναγνωστών. Τελειώνοντας, θεωρώ επιβεβλημένη την αναφορά μου σε τρία βιβλία δοκιμιακού περιεχομένου, γραμμένα από ισάριθμους ποιητές: στις Μελέτες του Λορεντζάτου, στο Υπέρ και Κατά του Αναγνωστάκη και στα Δοκίμια για την ποίηση του Λεοντάρη.

• Τελευταίο βιβλίο του Κ.Γ. Παπαγεωργίου είναι το «Εγώ το μαύρο θα το κρατάω έως θανάτου» (Κέδρος 2016)