Κατρίν Καρυπίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η Marilynne Summers Robinson, διακεκριμένη συγγραφέας και δοκιμιογράφος, γεννήθηκε στο Αϊντάχο των ΗΠΑ τον Νοέμβριο του 1943. Πρωτοεμφανίστηκε στην αμερικανική πεζογραφία το 1980 με το μυθιστόρημα The Housekeeping, με το οποίο κέρδισε μια υποψηφιότητα για το Βραβείο Pulitzer, λογοτεχνικό βραβείο το οποίο, τελικά, θα αποσπάσει 24 χρόνια αργότερα με το δεύτερο μυθιστόρημά της, Gilead (2004).

To Γκίλιαντ: ένας τόπος μαρτυρίας μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2010 και αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας -με δεύτερο το μυθιστόρημα Στο Σπίτι (2012)- την οποία κλείνει αφηγηματικά η Λάιλα, η οποία εκδίδεται φέτος από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Κάθε ένα από τα τρία μέρη της τριλογίας θα μπορούσε να σταθεί με αυτονομία στον μυθιστορηματικό άξονα, καθώς εκείνο που μοιράζονται είναι η κοινή θεματική και οι ήρωες, οι οποίοι φωτοσκιάζονται περνώντας άλλοτε στο προσκήνιο και άλλοτε στο περιθώριο της αφήγησης.

Πράγματι, η Λάιλα συνιστά με σύγχρονους όρους ένα μυθιστορηματικό spin-off του κεντρικού βιβλίου, Γκίλιαντ, μιας και από ελάσσων ηρωίδα του πρώτου και δεύτερου μέρους της τριλογίας μεταμορφώνεται σε κεντρική ηρωίδα του βιβλίου.

Η Λάιλα δεν είναι άλλη από την όψιμη δεύτερη σύζυγο του πάστορα Τζον Εϊμς, ενός φιλεύσπλαχνου ιερέα που η συνάντηση μαζί του θα σταθεί κομβική για την οντολογική σωτηρία της.

Ο χωροχρόνος του μυθιστορήματος τοποθετείται στις μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής και συγκεκριμένα, στην περιοχή της Αϊόβα, την εποχή του Μεγάλου Κραχ.

Μια περιοχή που συγκεντρώνει τυπικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού έθνους και αποτελεί την ενδοχώρα της αγροτικής ζωής και της βαριάς βιομηχανίας.

Η εποχή της οικονομικής κατάρρευσης σε μια επαρχιακή επικράτεια θα αναδείξει όλες τις παθογένειες των εξαθλιωμένων κατώτερων κοινωνικών τάξεων.

Ενα μικρό κορίτσι θα βρεθεί παραμελημένο σε ένα ίδρυμα σε κατάσταση ασθένειας και υποσιτισμού και θα σωθεί χάρη στη φυγάδευσή του από την Ντολ, μια γυναίκα βασανισμένη που οι συνθήκες ζωής της την έχουν οπλίσει με ατιθάσευτη αγριότητα, που την έχει οδηγήσει ώς τον φόνο, προκειμένου να τα βγάλει πέρα.

Η Ντολ θα διοχετεύσει στη Λάιλα όλη της την προστατευτικότητα και την αγάπη, προκειμένου να ξορκίσει τον επίμοχθο βίο της.

Αφού καταφέρει να ενδυναμώσει το εξασθενημένο κορίτσι, θα ακολουθήσουν τα περιφερόμενα καραβάνια των αποσυνάγωγων και απόκληρων που δημιούργησε η οικονομική κατάρρευση, προκειμένου να επιβιώσουν.

Η Λάιλα θα καταλήξει να εργάζεται σε οίκο ανοχής χωρίς, όμως, να εξασκήσει το κύριο επάγγελμα του χώρου εργασίας. Κάποια στιγμή, κατατρεγμένη από τη βροχή, θα βρει καταφύγιο σε έναν ναό, όπου εκεί θα γνωρίσει τον ιερέα Τζον Εϊμς, γνωριμία που θα σταθεί κομβική για το γύρισμα της τύχης της και τον αναστοχασμό της πάνω στα προσωπικά της βιώματα.

Κεντρικό αφηγηματικό άξονα της πεζογραφίας της Ρόμπινσον αποτελούν, αναμφίβολα, η αγροτική ζωή και η πίστη. Στο ανά χείρας μυθιστόρημα, όμως, ο αφηγηματικός καμβάς εμπλουτίζεται από ένα ακόμη στοιχείο, την αγάπη.

Η αγάπη του ανθρωπισμού, του θρησκευτικού ουμανισμού, της τρυφερότητας, της φροντίδας και της αλληλεγγύης είναι διάχυτη σε όλο το έργο. Μάλιστα, μοιάζει με τη σκυτάλη που διαμοιράζεται σε όλους τους ήρωες του έργου, πρέπει να τη λάβεις για να την περάσεις στον επόμενο.

Το μήνυμα της συγγραφέως είναι η κοινωνία της αγάπης που αποτελεί το κλειδί για την τελείωση της ανθρώπινης υπόστασης.

Η Ντολ φροντίζει τη Λάιλα σαν παιδί της, η Λάιλα θα εκφράσει την επιθυμία να σώσει το παιδί μιας πόρνης, θα συγχωρήσει και θα δείξει αγάπη και συμπαράσταση στον μικρό κλέφτη που θα βρει στην καλύβα της, θα αγαπήσει βαθιά τον ιερέα και σύζυγό της Τζον Εϊμς, θα τιμήσει τη μνήμη της πρώτης του συζύγου, θα νιώσει σε όλη της την έκταση τη μητρική στοργή για τον προσωπικό της Μεσσία, το παιδί που περιμένει και θα γεννήσει προς το τέλος του μυθιστορήματος.

Κατεξοχήν κήρυκας της ανιδιοτελούς αγάπης είναι ο πάστορας που, σε μεγάλη ηλικία και έπειτα από ατελείωτα χρόνια μοναξιάς και πένθους για την πρώτη του γυναίκα και το νεογέννητο παιδί τους, θα συναντήσει ξανά ευγνώμων την ευτυχία στη δύση της ζωής του.

Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο με εμβόλιμες αναδρομικές αφηγήσεις στο παρελθόν της ηρωίδας. Κάποιες αδυναμίες θα εντοπίζαμε στην εκτεταμένη παράθεση χωρίων της Παλαιάς Διαθήκης, που, κατά τη δική μας ανάγνωση, δεν κατορθώνουν πάντα να ενταχθούν οργανικά στην αφήγηση.

Επιπλέον, ενίοτε το ισχυρό θρησκευτικό συναίσθημα της συγγραφέως περιορίζει την ανάπτυξη της αφηγηματικής φωνής, με αποτέλεσμα η αγάπη για τον πλησίον σε σημεία να μη συνάγεται αβίαστα, να μην αποκαλύπτεται από την αναγνωστική ροή.

Ωστόσο, η ταλάντευση της Λάιλα ανάμεσα στη χαρά και τη λύπη, η δυσκολία της να αφήσει πίσω της τους δαίμονες του παρελθόντος, οι οποίοι διαρκώς υπονομεύουν την πορεία της προς την κανονικότητα, σκιαγραφούνται με δεινότητα, αναδεικνύοντας τη Λάιλα σε εμβληματική ηρωίδα.

Το δίχως άλλο, η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά πριμοδοτεί εξαίρετα ένα πεζογράφημα που γνώρισε ευρεία αποδοχή και τιμήθηκε, μάλιστα, με το Εθνικό Βραβείο του Κύκλου των Κριτικών στην Αμερική.