Τριαντ. Η. Κωτόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ποιητής, πεζογράφος μελετητής, πανεπιστημιακός δάσκαλος, πρωτίστως όμως η ψυχή, κι όχι απλά ο συντονιστής (διαδεχόμενος τον αείμνηστο Μίμη Σουλιώτη) του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.

Παράλληλα, ο Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, αεικίνητος, συστηματικός, αθόρυβος οργανώνει λογοτεχνικές δράσεις με κοινωνικό πρόσημο στη Θεσσαλονίκη, διεθνή συνέδρια με θέμα τη δημιουργική γραφή, εμπλέκεται σε τηλεοπτικές εκπομπές με θέμα το βιβλίο («Δίγαμμα», ΕΤ 3), κτλ.

Εδώ, ο Κωτόπουλος ψηλαφεί τη λογοτεχνική του ραχοκοκαλιά. Ανακαλεί και ταξινομεί αυτοβιβλιογραφικές μνήμες. Βιβλία, πρόσωπα, διαδρομές, εποχές. Από τα «Ψηλά βουνά» του Παπαντωνίου, στην πολυφωνική «Μεγάλη Πλατεία» του Μπακόλα και στα γυμνά, στα μινιμαλιστικά διηγήματα του Κάρβερ, κι απο την Ιλιάδα στην «Τέταρτη Διάσταση» του Ρίτσου, αλλά και στα ποιήματα του Μόντη, της Μαστοράκη, του Πατίλη, του Χιόνη.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

❖❖❖❖❖

Το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που θυμάμαι και μου έκανε και εντύπωση ήταν τα «Ψηλά βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μαθητής της Γ’ Δημοτικού το 1974, όταν χρειάστηκε άρον άρον να αντικατασταθούν τα σχολικά βιβλία μετά την πτώση της δικτατορίας, το είχαμε ως αναγνωστικό εγχειρίδιο.

Μεγάλωνα κι εγώ ακριβώς δίπλα σε βουνό, έστω δάσος. Το Σέιχ-Σου με τον θρύλο του «δράκου» να μας στοιχειώνει φιλοξένησε και στέγασε εμπειρίες που με το απαραίτητο συγγραφικό αλατοπίπερο μετουσιώθηκαν στις πρώτες αφηγήσεις και ιστορίες μας.

Στο Γυμνάσιο τα τόσο συκοφαντημένα ανθολόγια με συντρόφευσαν και με συγκίνησαν κι αργότερα θα συγκροτούσα μία τελείως διαφορετική στάση και άποψη για την προσέγγιση της λογοτεχνίας στο σχολείο από τους περισπούδαστους αγγλοθρεμμένους συναδέλφους μου και τις εμμονές τους στο ένα και ολόκληρο έργο που πρέπει να διαβαστεί και να τεμαχιστεί σε πρότζεκτ (δυσκολεύομαι ακόμα να εννοήσω τον όρο).

Ο Θανάσης Γκότοβος, καθηγητής μου και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο, αξιοποίησε ό,τι του δόθηκε. Μας μύησε στη δική του αγάπη τον Βρεττάκο, αλλά δεν πολυσυγκινήθηκα, τότε τουλάχιστον.

Στο σπίτι μεγάλωνα με ιστορίες από την Ιλιάδα, κυρίως, και την Οδύσσεια. Ομηριστής φιλόλογος ο πατέρας και λάτρης της πεζογραφικής γενιάς του ’30. Αναμενόμενο ίσως πως τους διάβασα σχεδόν όλους εκείνα τα μεγάλα και αθώα καλοκαίρια της πρώιμης εφηβείας. Ποίηση όμως, όχι.

Οχι ακόμη. Αυτή τρύπωσε στη ζωή μου και της έδωσε αξιοπρέπεια στο Λύκειο. Ο απόηχος του Πολυτεχνείου -δεν είχε αποδομηθεί ακόμη, η μελοποιημένη ποίηση. Με άγγιζαν, αλλά αντιδρούσα στο μαζικό της υπόθεσης. Ανακάλυψα τη Γώγου μέσα από το Ιδιώνυμο, αργότερα όλες τις συλλογές της.

Και μέχρι σήμερα διακρίνω ποιήματά της που μόνο λόγω του δικού της βίου δεν συμπεριλαμβάνονται σε σχολικούς και άλλους λογοτεχνικούς κανόνες… Σάρκωσα αρκετούς στίχους της.

Στα πρώτα χρόνια όμως της Φιλοσοφικής Ιωαννίνων άρχισα σιγά σιγά να διαβάζω συστηματικά τους μεγάλους μας και πείστηκα ή αποφάσισα πως οι μεγάλες αφηγήσεις, έστω και μέσα από τον ποιητικό λόγο, για μένα δεν θα τελείωναν ποτέ και πως όταν λόγος πολιτικός και ερωτικός συνυπάρχουν οι συγκρούσεις είναι λαμπρές και καθοριστικές.

Την αγάπη μου στον Ρίτσο (σ’ αυτόν χρωστάω τον Μαγιακόφσκι) την οφείλω στην αγαπημένη μου καθηγήτρια Σόνια Ιλίνσκαγια.

Μεγαλώνοντας μένω περισσότερο στην Τέταρτη Διάσταση, όχι σε όλα. Για την εμμονή μου στον Ελύτη, ναι, ξέρω, ενοχλεί η έκφραση γι’ αυτό επιλέγεται, να κατηγορήσετε τη Μαρία που μου χάρισε τον Μικρό Ναυτίλο και τα Ελεγεία της Οξώπετρας την ίδια αυτή περίοδο.

Αργότερα ο Καψωμένος μάς ανέλυσε το «Λακωνικόν». Μνημονεύω χρόνια και τον ποιητή και τον καθηγητή που με βοήθησε να τον αντιληφθώ μ’ έναν διαφορετικό τρόπο.

Κι ενώ οι βόλτες στον διεθνή χώρο άρχισαν καθυστερημένα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 με σταθερές αναφορές τύπου Κούντερα, Μάρκες, Στάινμπεκ, Λόντον – κυρίως η Σιδερένια φτέρνα και Ντοστογιέφσκι, τα τελευταία χρόνια Σαραμάγκου και Πεσόα.

Στην ποίηση Μποντλέρ, Ρεμπό, πολύ Βαλερί και Καθαρή Ποίηση, Ελιοτ, Ασμπερι, Χιουτζ – αλλά όχι από την αρχή Πλαθ και τελευταία Μπίσοπ. Περιπλανήθηκα, αλλά δεν ρίζωσα. Ισως κάπως στους Λατινοαμερικανούς και ιδιαίτερα στα διηγήματά τους, αλλά πάλι μέχρι ενός σημείου.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την ανάληψη της διατριβής μου για τον ρόλο της Θεσσαλονίκης ως λογοτεχνικής πόλης στα έργα των Θεσσαλονικέων πεζογράφων εκδόθηκε το Βαμμένα κόκκινα μαλλιά του Μουρσελά. Κοντινά διάβασα και τη Μεγάλη Πλατεία του Μπακόλα, κοντά σε καμιά πεντακοσαριά άλλα από τον Πεντζίκη μέχρι τον Ιωάννου.

Αυτά τα δύο μυθιστορήματα τα θεωρώ μνημεία της ελληνικής μεταπολεμικής λογοτεχνίας. Τα συστήνω και τα διδάσκω. Τον Πεντζίκη (τον Τζόις ποτέ και τη Βιρτζίνια λιγότερο – δεν μου πήγαιναν αυτά) τον λάτρεψα, όπως και τον Ιωάννου. Σε κανέναν όμως δεν ξαναγύρισα κι όταν το επιχείρησα για τον πρώτο, δυσκολεύτηκα αρκετά…

Λόγω θέσης αναγκάστηκα να διαβάσω πολλά θεωρητικά κείμενα για τη λογοτεχνία και να πολεμάω να σμίξω θεωρία και πράξη «κάθετος βράχος – όλη μέρα να πίνει το λιοπύρι, / να το κρατάει στα σπλάχνα του κατάντικρυ στο πέλαγο, / κ’ εσύ με την πλάτη ακουμπισμένη στο βράχο, με το στήθος / ολάνοιχτο στη θάλασσα, – μισός φωτιά, μισός δροσιά, κομμένος εγκάρσια, διπλός, σ’ έναν αγώνα μόνο / να σμίξεις το νερό με την πέτρα». Του Ρίτσου αυτό.

Από τα θεωρητικά θα διέκρινα του Ιγκλετον, του Καψωμένου και του Φίλιπ Σμιθ. Και στα νεότερα που με παραξένιασαν του Νούτσιο Ορντινε Η χρησιμότητα του άχρηστου, του Πιερ Μπαγιάρ Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει και του Andrew Cowan The art of Writing Fiction.

Τα τελευταία χρόνια ξεχώρισα το Αμστερνταμ του Μακ Γιούαν, τα διηγήματα του Κάρβερ, τον θεωρώ σπουδαίο αυτόν, απόλαυσα τα τελευταία του Πατρίκιου -κυρίως το Σε βρίσκει η Ποίηση- και τη μαστοριά του Βαλτινού. Καλός και ο Ζουργός. Στο προσκέφαλό μου συχνά ο Μόντης, η Μαστοράκη, ο Πατίλης, ο Χιόνης, ο Σουλιώτης.

Οσο περνάν τα χρόνια γυρίζεις πίσω· Σολωμός και Κάλβος. Διαβάζω πολύ τους νεότερους, αλλά εδώ δυσκολεύομαι. Ενίοτε ξεφυλλίζω τα βραβευμένα κι απορώ. Γράφουν πρωτίστως για τον εαυτό τους. Επιτρεπτό, εμένα δεν μου πάει. Εντάξει, το γνωρίζουμε εκ των ένδον το σύστημα πλέον.

Και προτείνω στους φοιτητές μου, μικρούς και μεγάλους, να συγκρουστούν. Να μην επιτρέψουν να εκβιάζεται η συναίνεσή του. Κάποιοι κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Κρατάμε πάντοτε καλές σχέσεις.

Τελευταίο βιβλίο του Τρ. Κωτόπουλου είναι η συλλογή διηγημάτων «Μία νουβέλα σε 11 Μικρές και μεγάλες ιστορίες» (Γραφομηχανή 2015).