Το «Ανοιχτό βιβλίο», για τέταρτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα.
Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).
Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν όλο το καλοκαίρι.
Μετά τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Κώστα Κατσουλάρη, την Κάλλια Παπαδάκη και την Ελένη Γιαννακάκη, συνεχίζει ο Νίκος Δαββέτας.
Επιμέλεια Μισέλ Φάις
«…Ο πατέρας μου σκοτώθηκε τον Αύγουστο του ‘36, στην πολιορκημένη Μαδρίτη. Επλενε τα πόδια του στο μπάνιο, όταν μια αδέσποτη οβίδα πέρασε από τον φωταγωγό κι έσκασε δίπλα του.
Ποιος την έριξε ποτέ δεν μάθαμε. Ετσι κι αλλιώς ο πατέρας μου δεν τα είχε καλά ούτε με τους δεξιούς ούτε με τους αριστερούς…
Εγώ, τότε, μόλις και περπατούσα.
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ζούσαμε με τη μητέρα μου σε ένα ξενοδοχείο που είχε μείνει αλώβητο από τους βομβαρδισμούς.
Ηταν πιο σίγουρα -έλεγε- αλλά εγώ καταλάβαινα ότι έτρεμε και στην ιδέα πως έπρεπε να ξαναφτιάξει από την αρχή ένα σπίτι για δύο.
Ισως να βασανιζόταν ακόμη από την εικόνα του αιμόφυρτου πατέρα μου πεσμένου πάνω στο λουλουδάτο χαλάκι του λουτρού και της τεράστιας τρύπας που είχε ανοίξει στον τοίχο.
“Ενα δωμάτιο φτάνει και περισσεύει”, έλεγε στην αδερφή της, που κάθε τόσο μας επισκεπτόταν και μας πίεζε -σχεδόν το απαιτούσε- να νοικιάσουμε ένα διαμέρισμα για το καλό το δικό μας αλλά και της ευρύτερης οικογενείας, που δεν μπορούσε να ανεχθεί εύκολα το γεγονός πως ένα μέλος της, εν χηρεία, είχε εγκατασταθεί σε κεντρικό ξενοδοχείο που χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα ανύπαντροι αξιωματικοί και βιοτέχνες από την επαρχία.
Το δωμάτιό μας ήταν πάντως αρκετά ευρύχωρο και στη μια γωνιά του είχαμε στήσει με τη βοήθεια μιας φιάλης υγραερίου ένα αυτοσχέδιο κουζινάκι.
Η τουαλέτα ήταν κοινή, όμως ο ιδιοκτήτης μάς είχε εμπιστευθεί το μοναδικό κλειδί της κι έτσι κανείς άλλος από τον όροφο δεν μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει χωρίς την άδειά μας.
Η μητέρα μου έφευγε το πρωί κι επέστρεφε αργά το βράδυ. Θυμάμαι πόσο σχολαστικά ετοιμαζόταν για να βγει έξω.
Καθόταν ώρες γυμνή μπροστά στον καθρέφτη και δοκίμαζε διάφορα χτενίσματα, ύστερα βαφότανε προσεκτικά, απλώνοντας πρώτα μια άσπρη πούδρα στο πρόσωπο που την έκανε να μοιάζει με ηθοποιό του θεάτρου Νο…
Κάπως έτσι τελείωνε η ορατή πλευρά της ημέρας της. Εγώ γνώριζα τις κινήσεις της από το λουτρό ώς την γκαρνταρόμπα κι από τον καθρέφτη ώς τον διάδρομο, τα υπόλοιπα ήταν η αθέατη όψη μιας ζωής που δεν έμαθα ποτέ.
Οταν σπούδαζα στη Γαλλία, έφταναν στ’ αυτιά μου διάφορες φήμες και κουτσομπολιά, αλλά δεν έδινα σημασία.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, στο γηροκομείο, το μόνο που ξεχώριζε εμφανώς πάνω της ήταν το πιο παράξενο μενταγιόν που έχετε δει.
Η ασημένια αλυσίδα του συγκρατούσε ένα μικρό επάργυρο πιρούνι με ελαφρώς στραβωμένα δόντια. Η κακοπαθημένη τρίαινά του μου θύμιζε τα κομψά πιρουνάκια ενός παλιού αριστοκρατικού ζαχαροπλαστείου, που λειτουργούσε ώς και τη δεκαετία του ‘80 απέναντι από το Πράδο.
Υποψιάστηκα πως η μητέρα μου ήταν κλεπτομανής.
Βλέπετε, είχε με τον καιρό αναπτύξει μια εμμονή με τα μικροαντικείμενα, τις πορσελάνες, τα κρύσταλλα, τα σερβίτσια.
Κι όταν κατέπεσε, το κακό παράγινε. Προστέθηκαν όλες εκείνες οι ενοχλητικές ιδιοτροπίες που η νεότητα καμουφλάρει με τη μαγική φράση “α, έχω άποψη!” Να σας πω την αλήθεια, όταν πέθανε το 1989, σχεδόν ανακουφίστηκα…».
Εδώ κόβεται η μαγνητοταινία. Δεν θυμάμαι αν η αφήγηση συνεχίστηκε χωρίς το μαγνητόφωνο στη μέση και μετά από πόσες μπίρες Εστρέγια.
Ο συνομιλητής μου, πανεπιστημιακός με κάμποσα βιβλία ιστορίας στο ενεργητικό του, είχε τη φήμη του γερού πότη και υπερασπιζόταν με πάθος την υποτιθέμενη διαύγεια που χαρίζει το αλκοόλ.
Οι απόψεις του ήταν από τις πρώτες που θέλησα να καταγράψω τον Ιούλιο του ‘85, όταν στην κυριολεξία όργωσα την ισπανική πρωτεύουσα και τα περίχωρά της, συγκεντρώνοντας υλικό για ένα φιλόδοξο πολιτικό πόνημα.
Συναντηθήκαμε στο προγονικό του σπίτι στο Τολέδο, όπου συχνά αποσυρόταν για να γράψει.
Ο περίκλειστος λόφος «έβραζε», τα στίφη των τουριστών συνωθούνταν στα στενά ανηφορικά δρομάκια επιτείνοντας το αίσθημα ασφυξίας, αυτός όμως επέμενε να με ξεναγήσει στα «καταγώγια» της πόλης μιλώντας την περισσότερη ώρα για διάφορα περιστατικά της παιδικής του ηλικίας, στα οποία το μοναδικό κοινό στοιχείο ήταν τον πρόσωπο της μητέρας του.
Οταν επέστρεψα στην Αθήνα, οι κασέτες των συνεντεύξεών του, μαζί με φωτογραφίες και εφημερίδες της δεκαετίας του ‘30 που είχα αγοράσει προς 5.000 πεσέτες το φύλλο, αφού γνώρισαν την οδύσσεια των διαδοχικών μου μετακομίσεων, πατικωμένες μέσα σε μια δερμάτινη βαλίτσα, βρήκαν τελικά καταφύγιο στο πατάρι του πατρικού μου. Και εκεί θα παρέμεναν ακόμη αν το βράδυ των ισπανικών εκλογών το γαλλικό κανάλι δεν πρόβαλλε ένα ντοκιμαντέρ για τον εμφύλιο.
Ανάμεσα στα πρόσωπα των τελευταίων επιζώντων που μιλούσαν για τα «πέτρινα χρόνια», παρεμβάλλοντας στο ασπρόμαυρο των παλιών Επικαίρων το έγχρωμο περιβάλλον ενός οίκου ευγηρίας, ήταν και η μορφή μιας πληθωρικής κυρίας, εξαιρετικά κοκέτας.
Από τον λαιμό της κρεμόταν ένα μικρό πιρούνι, που το κράδαινε με αποφασιστικότητα μπροστά στην κάμερα όση ώρα εξιστορούσε τα παθήματά της.
«Εσείς οι νέοι δεν ξέρετε τι είναι πείνα… Πεινούσα διαρκώς. Ξυπνούσα πεινασμένη και έπεφτα να κοιμηθώ πεινασμένη.
Οταν εγκαταλείψαμε την πόλη από τον φόβο των αντιποίνων και τρέχαμε να βρούμε φαγητό στα στρατιωτικά καμιόνια, όποιος είχε πάνω του πιρούνι έτρωγε…
Μ’ αυτό το πιρουνάκι τσιμπούσα ό,τι έβρισκα, τάιζα τον μικρό και κάρφωνα με δύναμη όσα χέρια απλώνονταν και κάτω από τη φούστα μου. Αυτό με έσωσε τότε… Ναι, αυτό!
Οχι, δεν θυμάμαι ηρωικές πράξεις, μόνο το στομάχι μου άδειο να με δαγκώνει, την αφόρητη ζέστη και τις μύγες,
Θεέ μου, χιλιάδες μύγες… λέγανε πως μας τις φέρναν οι Μαυριτανοί…
Την Πασιονάρια, που μου λέτε, δεν την είδα στα συσσίτια, δεν ξέρω ποιος είναι ο Χέμινγουεϊ και ο Μαλρό. Οταν με ρωτάνε τι έκανα τότε, τους απαντώ: επέζησα!»
◼Το νέο μυθιστόρημα «Ωστικό κύμα» (Πατάκης, 2016) του Ν. Δαββέτα θα κυκλοφορήσει τον προσεχή Οκτώβριο.
