Βιβλία στο προσκέφαλο
Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Εμβληματικός θεωρητικός της ποιητικής γενιάς του ’70, κριτικός λογοτεχνίας, γραμματολόγος και μεταφραστής, άνθρωπος των ερτζιανών σε εκπομπές λόγου, αλλά και μάχιμος κριτικός σε πολλές εφημερίδες (τελευταία στην «Αυγή»), ο Αλέξης Ζήρας θέτει υπό βάσανο τόσο τη συγκρότηση μιας ιδανικής βιβλιοθήκη όσο και την αυτάρκεια της αναγνωστικής απόλαυσης.
Αντί λοιπόν για τίτλους, πεζογράφους, ποιητές ή κείμενα που τον διαμόρφωσαν στο πέρασμα σελίδων και ημερών, προκρίνει κυρίως ένα βλέμμα – το βλέμμα του υποψιασμένου, ανήσυχου, θρυμματισμένου αναγνώστη.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Οσοι τυχαίνει να διαβάζουμε, καθ’ έξιν πια, γιατί μοιάζει αδιανόητο το να ζούμε αλλιώς, μου φαίνεται ότι μοιάζουμε με απειροελάχιστα αυτιστικά μικροσύμπαντα, καμωμένα από βιβλία που διαβάσαμε, βιβλία που ξαναδιαβάσαμε και βιβλία που πρόκειται να διαβάσουμε ώς την τελευταία μας στιγμή!
Oμως, όσο ο καιρός περνά η μνήμη μας γίνεται όλο και πιο ακατάδεκτη, πιο ανελαστική.
Της είναι αδύνατο να συγκρατήσει τη στιγμή, αν κάτι που διαβάσαμε και μας έμεινε προέρχεται από την «παρθενική» του πρώτη ανάγνωση, πίσω στα βαθιά μας χρόνια, ή από αναγνώσεις άλλες, επόμενες, που ανήκουν σε διαφορετικούς χρόνους της ζωής μας.
Αν προέρχεται από αναγνώσεις που αποθησαυρίζονται μέσα μας σαν γεωλογικά/βιωματικά στρώματα, η μια πάνω στην άλλη, ή, το πιθανότερο, που παρεισδύουν η μια στην άλλη, φτιάχνοντας εικόνες και νοήματα που αστράφτουν συνήθως ακαριαία στην αντίληψή μας κι έπειτα σβήνουν.
Αυτή η φαντασίωση, σε κάποιο βαθμό, μοιάζει με το όραμα που περιγράφει με την οξύτατη ακρίβεια τού (ωστόσο αινιγματικού) ρεαλισμού του ο Μπόρχες στο πεζό του «Η Βιβλιοθήκη της Βαβέλ».
Μόνο που εκείνος περίμενε σε βάθος (άπειρου) χρόνου την αυτορρύθμιση της πολυγλωσσίας την οποία συμβολίζει ο πύργος της Βαβέλ, πιστεύοντας σαν ένθερμος Γνωστικός στη λογική της κοσμικής ευταξίας, ενώ εγώ, ακόμα και ως απλός χρήστης του διαδικτύου που είμαι, δεν μπορώ να αναγνωρίσω σ’ αυτή τη λαβυρινθώδη βιβλιοθήκη όλων των εποχών, από κτίσεως κόσμου, τίποτ’ άλλο από τη «λογική» του χάους…
Μ’ αυτό θέλω να πω, αναφερόμενος στους υποψιασμένους αναγνώστες, ότι δεν υπάρχει η παρηγοριά της ψευδαισθητικής «δικής μου βιβλιοθήκης», του δικού μου Σεφέρη, του δικού μου Καρυωτάκη, του Παπαδιαμάντη, του Καχτίτση, ή όποιου άλλου συγγραφέα έχουμε βάλει μπροστά στην πλώρη της φαντασίας μας.
Καθώς, αν όχι τα ίδια τα έργα (που έτσι κι αλλιώς χρειάζεται να είναι ανοιχτά και διαθέσιμα για να μας διεκδικούν διαρκώς και να μας κερδίζουν), τουλάχιστον οι αναγνώσεις τους, όσο πιο φιλόξενα είναι αυτά τόσο πιο ρευστές και πολύρριζες είναι εκείνες!
Σαν να είναι θεμελιωμένες πάνω σε κινούμενη άμμο!
Ετσι, δεν νομίζω ότι θα διακινδύνευα αν έλεγα ότι η αυτονομία της κάθε ανάγνωσης είναι φενάκη, όπως φενάκη είναι και η αυτονομία, η περίφημη αυτάρκεια, το κλειστό δομικό σύστημα του κάθε έργου που άπαξ και γίνεται μένει έτσι στο διηνεκές.
Και εκεί άλλωστε, στη ρευστότητα, βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της έλξης, της γοητείας ενός έργου, ώστε να είναι αυτό ελκυστικό.
Ο νους μας, όταν είμαστε στη στιγμή που διαβάζουμε ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα μυθιστόρημα ή ένα δοκίμιο ακόμα, που μας τραβούν στον κειμενικό τους κόσμο, είναι πολύ δύσκολο να μην αφεθεί στον πειρασμό των αναλογιών, να μη σκεφτεί, έστω συνειρμικά, το Αξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη ως ανασκευή των Ωδών του Ανδρέα Κάλβου, τη «Δικαίωση» του Κ.Γ. Καρυωτάκη σαν αντιφώνηση στην Μπαλλάντα των Κρεμασμένων του Φρανσουά Βιγιόν ή το σονέτο του «Ορέστη», του νεανικού (και για μένα πιο ενδιαφέροντος ποιητικά) Κώστα Βάρναλη ως διονυσιακού κοινού τόπου με τα «Ανακρεόντεια» και τα άλλα αρχαία λυρικά που ο ποιητής μετέφραζε ήδη από το 1909.
Για μένα δεν υπάρχει «ιδεώδης βιβλιοθήκη», δεν υπάρχουν διαμαντικά που δεν είναι ανακατεμένα με τη λάσπη.
Υπάρχει μια κιβωτός φορτωμένη άπειρα βιβλία που είναι προορισμένη να πλέει στο χάος.
Ο,τι διαβάσαμε και αποτελεί μέρος του βιώματός μας, δεν έχει σημασία αν το διατηρούμε ακέραιο ή όχι στη μνήμη μας: η απόλυτη μνήμη είναι απάνθρωπα βασανιστική, όπως συμβαίνει στον «Φούνες τον μνήμονα», για να ξαναθυμηθούμε τον Χ.Λ. Μπόρχες.
Αυτό που διαβάσαμε και έγινε μέρος του μυαλού και των σπλάχνων μας δεν μπορεί παρά να επανέρχεται πάλι και πάλι, στο ολοένα και πιο χαώδες αναγνωστικό μας απόθεμα, και μας γίνεται κάθε φορά αισθητό (αν μας γίνεται) όταν το συνιστά, μέσα από έναν συγκερασμό μοναδικό, η έκλαμψη της στιγμής.
Είναι η δόνηση που μας διαπερνά όταν ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι μας αποκάλυψε κάτι το καινούργιο, μια «νέα γη», η πολλοστή και συνάμα η πρώτη φορά που διαβάσαμε αλλιώς μια φράση του Γεωργίου Βιζυηνού ή μια σαρκαστική μέσα στην απελπισία της αποστροφή του Εμμανουήλ Ροΐδη.
Αυτή όμως δεν είναι και η πιο ασφαλής διαπίστωση αν ένα έργο εξακολουθεί να ζει;
*Τελευταίο βιβλίο του Αλ. Ζήρα είναι η μονογραφία Η Ορεσίβια Ποιητική Μνήμη του Τάσου Πορφύρη. Ο Μεταπόλεμος και οι Ποιητές της Ορεινής Ενδοχώρας (Υψιλον, 2016).
