Ο Δημήτρης Αθηνάκης (Δράμα, 1981), στην τρίτη ποιητική συλλογή του «Λίγος χώρος για τον ξένο» εξοπλίζει στην αφετηρία του το αφηγούμενο υποκείμενο με αυτοβιογραφικά στοιχεία και με μια φωτογραφική μηχανή, ενώ κινείται στον σύγχρονο αστικό ιστό της Αθήνας, συναιρώντας το βλέμμα και τον λόγο του: «Ξένα χέρια παντού» ή «Αρπάζεις ό,τι περισσεύει,/ταΐζεις τ’ αδέσποτα και περιφέρεσαι//Συλλέγεις αγνώστους που χάνουν σιγά-σιγά τη μνήμη τους».

Ο φωτογράφος-ποιητής-περιπατητής, στη διαμονή του στο ανοίκειο του εαυτού και κυρίως στο ανοίκειο σώμα της πόλης, κινείται, χειρονομεί και καταγράφει μια σχέση τραυματική, αμήχανη, ονειρευόμενος σε μια άλλη γλώσσα κι ελπίζοντας: «Ετοιμάζεις το χώρο για τα πουλιά πάνω από την πόλη».
Ξεγυμνώνεται και ταυτίζεται με το ρευστό αλλά υπαρκτό σώμα του άλλου -ως προσώπου και ως πόλης- συμπονώντας για την τρέχουσα ρευστότητα, την περατότητα και το αδιέξοδο των πραγμάτων.
Στην ποιητική του ανιχνεύονται αύρα νουβό ρομάν και κλίμα φιλοσοφίας της γλώσσας, ενώ στη στρατηγική του αντλεί από την εμπειρία του ως αρθρογράφου-επιμελητή-ποιητή-φωτογράφου. Αποτέλεσμα μια ώσμωση, μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε κείμενο-έργο, υποκείμενο-αντικείμενο, θνητό-αθάνατο, ακίνητο-κινητό, προεκτείνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το ποιητικό του πεδίο.
Παραμένοντας μακριά από προβοκατόρικες απομυθοποιητικές επιδράσεις «αποδομητικών» τρόπων, αλλά και αυτοπαθών πειραματισμών (κυρίως συνομηλίκων του και των κατά λίγο νεότερων και παραδόξως πιο προβεβλημένων) ως ποιητής και ως φωτογράφος διατηρεί την αναγκαία, γόνιμη απόσταση από τον εαυτό του και το έργο του, ώστε να μιλήσει για τους μέσα και έξω δαίμονες.
Γι’ αυτό ψηλαφεί τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φαινομενικά «μονοθεματική» του αφήγηση (ανθρώπινο σώμα/σώμα της πόλης) και στα σημαινόμενα των γλωσσικών και μη γλωσσικών σημείων, εισάγοντας μια μεσολαβητική αρχή, αυτή του αφηγούμενου «εγώ»- ένα «εγώ» που λειτουργεί ως σωτήρια αρχή, αλλά και ισορροπεί διαλεκτικά πάνω στη διαρκή και εναγώνια συσχέτισή του με τον άλλον, τον συγκεκριμένο άλλο.
Συναιρώντας την αισθητηριακή πρόσληψη, τη βιωμένη εμπειρία και την οξεία παρατηρητικότητα, διανοίγεται σε έναν τόπο-ματιά, όπου λειτουργώντας συγκρατημένα και φωτογραφικά μάς μεταφέρει στον μεταίχμιο τόπο του οριακά φανερού, σε μιαν ανάδυση της ποιητικής-φωτογραφικής στιγμής, μετατοπίζοντάς μας σε έναν άλλο κόσμο, εκεί όπου το ποίημα στεφανώνεται με την αχλή του περιβάλλοντος ιστορικού μυστηρίου.
Ο Αθηνάκης, ισορροπώντας έως τέλους ανάμεσα στο κείμενο-στιγμιότυπο και το σώμα-οπτική του, στροβιλίζεται, χωρίς να βουλιάζει, στο σύγχρονο αστικό και ιστορικό τοπίο.
Πρόκειται για έναν νέο ποιητή που γράφοντας συμμετέχει σ’ ένα δια-κειμενικό, υπερ-κειμενικό και υπερ-ιστορικό παίγνιο, εμπλέκεται στον χωροχρόνο ως ένα σώμα που κινείται μέσα και πλάι στο ιστορικό σώμα μια πόλης που μονίμως αλλάζει. Ολα καταλήγουν ή καλύτερα επιστρέφουν στο εξής: «Είμαι κάτω από τη στάθμη της θάλασσας,/αλλά δεν είμαι ψάρι. Ρουφάω τον αέρα και/τον αφήνω στο κομοδίνο μου. Ξυπνώ αλλού/Σημαδεμένος από το άγνωστο».
