Θα μπορούσε να πει κανείς με τον τρόπο του Βάλτερ Μπένγιαμιν: η ιστορία των ιδεών, ως γνωστόν, είναι σήμερα μικρή και άσχημη, και οφείλει να παραμένει αθέατη.
Εξωθημένη από πνευματικά ρεύματα που καλλιεργούν παλαιόθεν την καλώς εννοούμενη καχυποψία απέναντι στις αφαιρέσεις, ενάντια στην αφελή προϋπόθεση ενός «συνεχούς των ιδεών» ανά την ιστορία, όσο και από μακροχρόνιες εξελίξεις στην ιστοριογραφία που οδήγησαν σε ειδικεύσεις όπως η διανοητική ιστορία ή η ιστορία των εννοιών, εμφανίζεται σήμερα είτε σαν υποπροϊόν μιας πιο σφαιρικής μελέτης των κοινωνικών και ιστορικών φαινομένων είτε σαν απλή αφορμή για μια ανάλυση που επιζητεί να τις αποσυνθέσει, να αναδείξει τους όρους ύπαρξής τους και να τις παραδώσει τελικά σε νέα, αγνώριστη μορφή.
Από αυτή την άποψη, έχει κάτι το γοητευτικά παραδοσιακό το εγχείρημα του Φρεντερίκ Γκρο να γράψει μια σύντομη αλλά περιεκτική ιστορία της «ασφάλειας» από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα περισσότερο δε, αν λάβουμε υπόψη ότι ο συγγραφέας είναι επίσης επιμελητής της έκδοσης των έργων του Φουκό στη Βιβλιοθήκη της Πλειάδας, άρα απόλυτα εξοικειωμένος με έναν θεωρητικό που συνέβαλε τα μέγιστα στο να αποκτήσει σήμερα η ιστορία των ιδεών τα χαρακτηριστικά που απέδιδε άλλοτε ο Μπένγιαμιν στη θεολογία.
Από την άλλη, η ίδια η ένταξη του Φουκό, με τη φροντίδα του Γκρο, στην εκδοτική σειρά των «αθανάτων» της γαλλικής γλώσσας και σκέψης ίσως λέει κάτι γενικότερο για την οπτική του συγγραφέα αυτής της ιστορίας της ασφάλειας, κάτι που έρχεται να επιβεβαιώσει την αίσθηση που αναδίδει το βιβλίο του, του οποίου η φροντισμένη ελληνική έκδοση υπηρετεί, μεταξύ των άλλων, την απόλυτα συγκροτημένη (όπως πάντα) μετάφραση του καθηγητή Αλέξανδρου Κιουπκιολή.
Από τα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου, στα δύο πρώτα ο Γκρο βρίσκεται στα καλύτερά του. Η αρχή της ασφάλειας λειτουργεί άριστα ως οργανωτικό μοτίβο των ελληνιστικών φιλοσοφικών σχολών και του μεσαιωνικού και αναγεννησιακού χιλιασμού, εκεί δηλαδή όπου «ασφάλεια» θα πει ένα υποκειμενικό αίτημα για προστασία του εαυτού, της σκέψης και της ψυχής, από τον αχό του κόσμου.
Καθόλου απλό αίτημα, βέβαια: όποιος επιδιώκει τη γαλήνη σε αυτό τον κόσμο είναι προορισμένος να περάσει από τη μέγιστη ταραχή, όπως αυτή εκφράζεται στις φιλοσοφικές περιπλοκές της διδασκαλίας των Στωικών, «στη σιωπή ως αποτέλεσμα μιας δίνης των λέξεων» στην περίπτωση των Σκεπτικών ή στις απίστευτες περιπέτειες των χιλιαστών του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, με τις (ζωντανές μέχρι σήμερα) ουτοπίες τους και τις εκ των προτέρων καταδικασμένες σταυροφορίες τους.
Ωστόσο, όλη αυτή η περιπέτεια σε αναζήτηση της ασφάλειας παραμένει σε «απλώς» υποκειμενικό επίπεδο, δεν βρίσκει αντικειμενική, θεσμική έκφραση, παρά τις περιστασιακές αποτυπώσεις του αιτήματος σε (και από) δόγματα και κράτη. Μέχρι την αυγή των νεότερων χρόνων, είναι λες και η υποκειμενική εμμονή με την ασφάλεια αντιστοιχεί σε μια αντικειμενική παραδοχή μιας απαράκαμπτης ανασφάλειας.
Η ριζική αλλαγή που επέρχεται με τη νεωτερικότητα θα μπορούσε να περιγραφεί γενικά με τους (οιονεί καντιανούς) όρους του Φουκό: θεσπίζεται μια γνώση/εξουσία η οποία πλέον παράγει το αντικείμενό της, αντί να επινοεί τρόπους για να το αντιμετωπίσει ως εξωτερικό. Εδώ, ο Γκρο, παρά τις πλούσιες κι ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του για την πολιτική φιλοσοφία της νεωτερικότητας και τον προκλητικό (όσο και αμφιλεγόμενο) τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει σαν ενιαία τη σκέψη στοχαστών τόσο διαφορετικών μεταξύ τους όσο ο Χομπς, ο Λοκ, ο Σπινόζα και ο Ρουσσό, μοιάζει να στέκεται με αμηχανία.
Η «συστηματική σύνθεση ασφάλειας και κράτους» που επικαλείται δεν είναι απαραιτήτως το ουσιώδες των νεότερων χρόνων, ή, αν είναι, δεν εξηγεί πώς συνέβη και η «μετανεωτερική», ας πούμε, ανάδυση της «βιοασφάλειας» ως προστασίας, ελέγχου και ρύθμισης βιολογικών ροών ήρθε σε τόσο μεγάλη ρήξη, κατά τον συγγραφέα, με το νεωτερικό κεκτημένο.
Αν «ασφάλεια» (το υποκειμενικό στοιχείο) και «κράτος» (το αντικειμενικό) παρέμεναν χωρισμένα για τους Μοντέρνους όπως και για τους Αρχαίους, και απλώς «συνθέτονταν» εκ των υστέρων, γιατί, και πόθεν ορμώμενη, συνέβη αυτή η δραστική αναγωγή τους σε έναν κοινό, τεχνολογικό κι επιστημονικό, παρονομαστή της οποίας είμαστε μάρτυρες σήμερα, στην εποχή των βιομετρικών δεδομένων, του καθολικού ελέγχου των επικοινωνιών και της «διαρκούς αξιολόγησης» όλων των τυπικών, σωματικών και ψυχολογικών στοιχείων που απαρτίζουν τον πυρήνα του ατόμου;
Αν τεθεί έτσι το ερώτημα, ο «νεοφιλελευθερισμός» ως απάντηση είναι της τάξης του συνθήματος: ενώνει και κοινο-ποιεί, πλην όμως περισσότερο συσκοτίζει παρά αρκεί ή μας μαθαίνει κάτι για την κατάστασή μας.
Στην πραγματικότητα, η νεωτερική παραγωγή της αρχής (με την αυστηρή έννοια του όρου) της ασφάλειας ως υποκειμένου-αντικειμένου, κράτους-εγγυητή «αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων», συνεχίζεται μέχρι σήμερα, σαν ολοένα εκτενέστερη, ολοένα βαθύτερη, οριακά ολική διαχείριση του πιο ασφαλούς γνωστικά, αλλά και πιο επισφαλούς εμπειρικά, «αναπαλλοτρίωτου» ερείσματος της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ζούμε σε ένα φουκωικό «καθεστώς» που μας συνδέει αξεδιάλυτα με τους μοντέρνους προγόνους μας (αν και, αλίμονο, μας χωρίζει για πάντα από τους αρχαίους ημών…), και αυτό είναι που δικαιολογεί τελικά τη δυσοίωνη, εμπνευσμένη –και πάλι– από τον Μπένγιαμιν, ακροτελεύτια απόφανση του βιβλίου: «Η ασφάλεια (η καταστροφή) προκύπτει όταν όλα συνεχίζονται όπως πριν».
