«Ενας αριστερός συγγραφέας του περιφερειακού Ελληνισμού, της αιγυπτιώτικης διασποράς, το επεδίωξε και απέβη ο Στρατής Τσίρκας του κανόνα, ο σημαντικότερος εισηγητής καινοτόμων τρόπων στη μεταπολεμική μας πεζογραφία» συνοψίζει ο Μίλτος Πεχλιβάνος, πρόσφατα, την αντινομία που θα συνοδεύει εσαεί τη γραμματολογική «περίπτωση» του κοσμοπολίτη ιδεολόγου συγγραφέα.
Συνομήλικος του Ελύτη για παράδειγμα, ο Γιάγκος Χατζηανδρέας από το Κάιρο (1911-1980) κατάφερε δικαίως να πολιτογραφηθεί ως μεταπολεμικός πεζογράφος σημαδεύοντας ανεξίτηλα τη μεταπολεμική ελληνική μυθιστοριογραφία με την εμβληματική τριλογία των «Ακυβέρνητων πολιτειών» («Λέσχη», 1961, «Αριάγνη» 1962, «Νυχτερίδα» 1965). Μάχιμος διανοούμενος αλλά και μεταφραστής, ποιητής, δόκιμος κριτικός και διηγηματογράφος, πρωτοεμφανίστηκε δεκαεξάχρονος (1927) μεταφράζοντας ποίηση και γράφοντας «παραμυθάκια» σε αιγυπτιακές εφημερίδες.
Ο συγκεντρωτικός τόμος περιλαμβάνει όλα τα διηγήματα των αλεξανδρινών συλλογών του («Αλλόκοτοι άνθρωποι» 1944, «Ο Απρίλης είναι πιο σκληρός» 1947, «Ο ύπνος του θεριστή» 1954) και των δύο αθηναϊκών («Νουρεντίν Μπόμπα» 1957, «Στον κάβο» Κέδρος, 1966).
Τοποθετημένα χρονολογικά από τις τελευταίες δημοσιεύσεις στις πρώτες συλλογές, μας ωθούν να ακολουθήσουμε μια πορεία από το Δέλτα και τις εκβολές της τεχνικής του στις πηγές της διηγηματογραφίας του, που δεν είναι άλλες από την πολυπολιτισμική αποικιακή Αίγυπτο και τους ανθρώπους της «με τις γλώσσες και τα ονόματά τους», «Αραπάδες, Σαμλήδες, Μαλτέζους, Αρμεναίους, Ιταλούς, Σουντανέζους, Ρωμιούς».
Οσο για το βλέμμα του συγγραφέα, αυτό είναι στραμμένο μόνιμα προς τα πάνω: «πιο πέρα ακόμα, μακριά, ίσα καταπάνω, ήταν η σκλαβωμένη πατρίδα που αντιστεκόταν και που γι’ αυτήν είχαμε μπει στα βάσανα» («Το χωριό με τις καμπίνες»).
Ο διηγηματογράφος απέχει από τον κορυφαίο νεωτεριστή μυθιστοριογράφο της τρίτομης τοιχογραφίας. Φορτικός συναισθηματισμός, απλουστευτικός μανιχαϊσμός εδώ κι εκεί, και συχνά στην κατάληξη ένας τόνος διδακτισμού προσγειώνουν ισοπεδωτικά τις απόπειρες ψυχογράφησης των χαρακτήρων.
Παρ’ όλα αυτά, τα βασικά θέματα, τα βάσανα και οι αγωνίες, η κατά τόπους ασκημένη ιστορική ματιά, οι εκλεπτυσμένες τεχνικές και η εκφραστική των διηγημάτων του «μάστορη» (κατά τον Αλ. Κοτζιά) δεν είναι άγνωστα στον αναγνώστη της Τριλογίας.
Κατά συνέπεια η διηγηματογραφία του (από κοντά και η πολύχρονη μελέτη του Καβάφη) αν δεν αποτελεί τη μήτρα του πολύφερνου πολυμυθιστόρηματος, άνοιξε ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο, τον δρόμο για το μεγάλο και επικίνδυνο άλμα προς τη μυθιστορηματική σύνθεση [για παράδειγμα, βλ. πώς «Ο χλωρός παράδεισος» (αρχικός τίτλος «Το δίπατο της αλάνας») χωνεύεται μεταπαραμορφωμένος στη «Νυχτερίδα»].
Ο αναγνώστης που θα διαβάσει ή θα ξαναδιαβάσει τώρα, έπειτα από πολλά χρόνια (πρώτη συγκεντρωτική έκδοση 1978) τα διηγήματα, θα νιώσει πάλι εκείνον τον «αγέρα που εμπνέει την τόλμη για τα αριστουργήματα» («Για ’να ζευγάρι ρόδα»), και θα καταλάβει τι εννοούσε ο συγγραφέας όταν «διαβάζοντας με λύσσα», παραμονές της δικής του τριλογίας, το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Ντάρελ, έγραφε σε επιστολή του στον Παπαϊωάννου: «Αυτά ήταν τα θέματά μου».
❖❖❖❖❖
Η σχέση του Αιγυπτιώτη συγγραφέα με τον Σεφέρη βρίσκεται στο επίκεντρο της μελέτης του Γιώργου Γεωργή, ο οποίος, αξιοποιώντας όλο το αρχειακό υλικό (κείμενα, μαρτυρίες, επιστολές, ημερολόγια, αφιερώσεις κ.λπ.), παρακολουθεί βήμα βήμα την εξέλιξη και τα στάδια της διαπροσωπικής τους σχέσης, που άρχισε με μια «καλβική» διαφωνία για να εξελιχθεί, σε βάθος χρόνου, σε μια θερμή φιλία. Ο Τσίρκας δεν έκρυψε ποτέ τον θαυμασμό του για τον Σεφέρη, του οποίου παραδεχόταν -ενάντια στις ενστάσεις της Αριστεράς- την ηγετική θέση στους ποιητές της γενιάς του.
Πρώτος αυτός αναγνώρισε επίσης τις «αντιστασιακές» ενέργειες του ποιητή στη Μέση Ανατολή και επιδίωξε την επαφή. Ωστόσο μόνο μετά την εγκατάστασή του στην Αθήνα, το 1963, ο Τσίρκας θα εισέλθει στον κύκλο του Σεφέρη και η στενή πλέον σχέση των δύο θα «σφυρηλατηθεί» στα χρόνια της δικτατορίας. Συνομιλητής του Σεφέρη στα τελευταία χρόνια της ζωής του, συγκλονίζεται από τον θάνατο του ποιητή και, μέλος της τιμητικής φρουράς, συνοδεύει τη σορό του ποιητή κατά την εκφορά προς το Πρώτο Νεκροταφείο.
Πρόλαβαν ωστόσο να συνεργαστούν δημιουργικά, αλλά και να αναλάβουν κοινές δράσεις σε δύσκολα χρόνια. Ο Σεφέρης υπογράφει το μήνυμα συμπαράστασης στους 300 έγκλειστους στο Αβαείο του Μονσεράτ Ισπανούς αντιφρανκιστές διανοούμενους (Δεκέμβριος 1970) και την προκήρυξη των 133 με αφορμή τις χουντικές παράτες για τα 150χρονα της Ελληνικής Επανάστασης (Μάρτιος 1971) και φυσικά συμμετέχει στην κορυφαία αντιδικτατορική έκδοση των «Δεκαοχτώ κειμένων» (Ιούλιος 1970).
Ο Τσίρκας και δευτερευόντως οι Ρ. Ρούφος και Θ. Δ. Φραγκόπουλος αποτελούσαν τους στενούς συνδέσμους του ποιητή με τη σπάνια εκείνη «συμπαράταξη αριστερών και δεξιών διανοούμενων» που δραστηριοποιήθηκαν ενωμένοι μπροστά στην κοινή απειλή.
Ο Τσίρκας, πρωτεργάτης της έκδοσης, συμμετέχει στον τόμο με το διήγημα «Αλλαξοκαιριά». Είναι το τελευταίο διήγημά του κι αυτό που ανοίγει τον τόμο των διηγημάτων. Θα έλεγα ότι λειτουργεί, ώς ένα σημείο, και ως επιγραφή.
Σύμφωνα μάλιστα με μαρτυρία του Φραγκόπουλου, τόσο η Πλατεία Μπολίβαρ της «Αλλαξοκαιριάς» όσο και η Λεωφόρος Προόδου του «Μικρού διαλόγου» της Καίης Τσιτσέλη, αλλά και οι οδοδείκτες στο «Ελ Προκοραδόρ» του Φραγκόπουλου, θα πρέπει να τοποθετηθούν στην ανύπαρκτη Αννουσιανσιόν, πρωτεύουσα της ανυπόστατης Βολιγουάης, πλασματικής χώρας της Λατινικής Αμερικής που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της Ελλάδας των Συνταγματαρχών και όπου τοποθέτησε ο «πολιτικός» Ρούφος την υπόθεση αρκετών κειμένων του: από τον «Υποψήφιο», που δημοσιεύεται στον ίδιο τόμο, μέχρι το σχεδίασμα του ημιτελούς του μυθιστορήματος με τον τίτλο «Βίβα Βολιγουάη».
Οπως και να ’χει, μόλις ένα χρόνο μετά την περίφημη δήλωση (28 Μαρτίου 1969) του Σεφέρη (στην οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες, ο Τσίρκας «βοήθησε ιδιαίτερα») και έναν σχεδόν πριν από τον θάνατό του, έχω την αίσθηση ότι ο Τσίρκας εντός του κειμένου αποτίει τιμή στον μεγάλο ποιητή, συγκρίνοντάς τον μάλιστα με τον Μιγκέλ ντε Ουναμούνο: «…στο πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα.
Μπρος στο φασίστα, το σακάτη και μισότρελο στρατηγό […] ο προφητικός γέρος, δυο βήματα μόλις από τον τάφο, με φωνή ραγισμένη από τη φρίκη της τραγωδίας που πλακώνει αμείλιχτη, κηρύχνει την πίστη του στη ζωή και στις πνευματικές αξίες του ανθρώπου. […] Σήμερα, πρέπει να πιάσει πάλι ν’ αντηχεί ο Λόγος για να στυλωθούν οι ψυχές».
