Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον διαβάζω χρόνια τώρα. Τον Δημήτρη Νανούρη, τον Μετέωρο ανάμεσα στην πρόγνωση των καιρικών φαινομένων και τη διάγνωση των κοινωνικών και πολιτικών. Αυτόν που με το προσωπείο της σάτιρας, που, από τον Ηράκλειτο ακόμα, γειτνιάζει με το ανείδωτο και άρρητο του Αδη (Α-ίδη), μιλά για τα αδιανόητα καιρικά φαινόμενα που ζούμε. Με έναν λόγο που υψώνεται απέναντι στο πολίτικαλι κορέκτ, που αναφύεται παντού.

Σε μια ώρα όπου κατεδαφίζουν τον τόπο μας και τον κόσμο μας, το σπίτι που χτίσαμε με καημό μια ζωή, και που πια δεν είναι σπίτι μας, ο δικός του κατεδαφιστικός λόγος αποτελεί ανάχωμα και παρηγοριά. Γιατί η αταξία του, όχι με την έννοια της πνευματικής διάλυσης που ποζάρει ως εναλλακτική, αλλά με την έννοια της παιδικής ζαβολιάς, ξεσκεπάζει, ξεβρακώνει, αν μου επιτρέπετε, τον δήθεν υπεύθυνο λόγο και ρόλο των μεγάλων που θέλουν να μας εξουσιάζουν.

Ενα κείμενο έχει σώμα, είναι ο άνθρωπος, στην περίπτωσή μας ο Δημήτρης. Η γλώσσα του μετέωρη, δεν χωρεί σε κανένα κανονιστικό λεξικό. Δεν είναι ξύλινη αλλά τραυματισμένη, δηλαδή ζωντανή, αναπάντεχη, διαφέρουσα από το αυτονόητο και από τον κανόνα που μας φόρεσαν σαν δεσμοφύλακα και σαν ζουρλομανδύα. Ο Νανούρης σταχυολογεί τις λέξεις του από τη λόγια διαχρονία αλλά και από την αργκό –την αργκό που προκύπτει από ένα λεξικό της πιάτσας που θα έλεγε και ο Τσιφόρος.

Στα ποιήματά του, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό, είναι άξιος συνεχιστής της έμμετρης δημοσιογραφίας που στην Ελλάδα ξεκινά από τον Γεώργιο Σουρή. Στα πεζά του όμως είναι -κι ας μην το επιδιώκει ίσως- περισσότερο μαθητής του Αριστοφάνη και του Ανδρέα Εμπειρίκου. Των ποιητών μας που μπορούν να ενώνουν την παραδοξολογία, ή ακόμη και την αθυροστομία, τη βωμολοχία την ίδια, με την έξαρση, την ανάταση. Και ουσιαστικά την κατάφαση. Με τέτοιους προγόνους τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς από τον Μετέωρο;

Οι λέξεις του ακουμπούν με μια κατανόηση τα πράγματα, χορεύουν όταν μιλούν για τη μνήμη, τη γνώση, τη ζωή των ανθρώπων που ο Δημήτρης ανασύρει από τη λήθη ενός επιλήσμονος λαού (πάντα οι λαοί λησμονούν για να ζήσουν):

πρόσωπα όπως τους παλιούς ρεμπέτες που τσαγκρουνάνε τα ονόματά τους στους δίσκους του γραμμοφώνου ή τους αιώνιους εξεγερμένους σαν τον Θόδωρο Σταυρόπουλο ή ακόμα τον κατ’ επιλογήν πρόγονό του στον χώρο της δημοσιογραφίας Μιχάλη Γρατσία και τους πλοηγούς ηρώων σαν τον Θανάση Τσιάκα, που έμαθε στον Γεώργιο Καραϊσκάκη να μη «μασάει», αλλά και τις τραγουδίστριες που ανασταίνουν και τους νεκρούς, σαν τη ρεμπέτισσα Ρίτα Αμπατζή, που τάχατες ξύπνησε έναν πεθαμένο την ώρα της κηδείας του, και πολλούς άλλους.

Κάποτε μιλά για τον εαυτό του, μικρό παιδί να παίζει στις ταράτσες με τις αναμονές στο Γαλάτσι, εν αναμονή εσαεί μιας άλλης ζωής, μιας ουτοπίας που διαρκώς εκφεύγει και που μπορεί γι’ αυτό να είναι τόσο επιθυμητή. Αλλοτε πάλι μιλά ως άλλος Διονύσιος Ιερομόναχος, με ένα λόγο αποκαλυπτικό που πάντα ακουμπά τη γη, αυτήν τη γη που, αν και διαρκώς Μετέωρος, λατρεύει.

Στο εξαιρετικό Υπό «κατοχήν» μπαίνει ο ίδιος μέσα στον άλλο χρόνο που εγκυμονεί σημεία και τέρατα, και βγαίνει σαν άλλος Δον Κιχώτης από τη σπηλιά του Μοντεσίνος, ξανανιωμένος, και πάλι παιδί.

Είναι άτακτος στα κείμενά του ο Δημήτρης. Δεν ξέρω αν αυτό το κουβαλά από τα παιδικά του χρόνια ή όχι. Σέβεται όμως αυτούς που έχει διαλέξει για δασκάλους. Η περιγραφή που κάνει για τη δική του μεταπολίτευση είναι σπαρακτική.

Μέσα σε ένα φορτηγό παιδιά μιας τοπικής ποδοσφαιρικής ομάδας του Γαλατσίου, που μέχρι τότε γυρίζει στα γύρω κατσάβραχα για να παίξει με τους αντίστοιχους αντιπάλους, να τολμά να βγαίνει στις λεωφόρους του ονείρου, Πατησίων, Ομόνοια, Σύνταγμα, Συγγρού, για να φτάσει στο αεροδρόμιο να υποδεχτεί κι αυτή την πτώση της χούντας στο πρόσωπο του παλιού ηγέτη που έχει φτάσει πίσω με έναν νέο αέρα, του Κ. Καραμανλή.

Από παντού η σοδειά του. Χωρίς διακρίσεις και διακριτικά. Γι’ αυτό και τα κείμενά του μοσκοβολάνε κάτι το ανυπότακτο, μια μικρή δόση ελευθερίας.

Πίσω από το γέλιο του Νανούρη υπάρχει ένας καημός. Αυτός ο καημός είναι ίσως η πιο σημαντική πολιτική του συνεισφορά. Αντισταθήκαμε, όσοι αντισταθήκαμε, μας λέει. Ονειρευτήκαμε. Τολμήσαμε το όχι. Προς τι; Για να έρθει η ανατροπή της ανατροπής και να μας ξεγυμνώσει από ελπίδα; Και τώρα τι;

Ισως κάθε φορά που μια απρόσμενη κίνηση της φωνής, της γραφής του που καταφέρνει το δύσκολο, την ερωτική σύνδεση της ραπτομηχανής με την ομπρέλα, η γραφή του να μας λέει κάτι άλλο: Προσπάθησε κι εσύ να συνδέσεις αυτά που μας λένε πως είναι ασύνδετα. Συσχέτισε όσα μας παριστάνουν άσχετα. Ανοιξε ένα παράθυρο. Ενα τέτοιο παράθυρο ο λόγος της σάτιρας. Ενα τέτοιο παράθυρο ο λόγος του Δημήτρη.