Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το βιβλίο αυτό δεν είναι για τον Εμφύλιο. Δεν αφορά αυτά καθαυτά τα βασανιστήρια που υπέστησαν οι κομμουνιστές, όπως πάμπολλα άλλα παρόμοια κείμενα.

Δεν είναι ένα ακόμα «ιστορικό» αφήγημα για τον διχασμό, την αριστεροφοβία, τον ηρωισμό, τη μισαλλοδοξία, τα λάθη της κομμουνιστικής ηγεσίας, την απανθρωπιά των αστυνόμων, τα νησιά εξορίας, την ψυχολογία της φυλακής και το φρόνημα των «ανανηψάντων» ή αυτών που δεν υπέγραψαν. Ή μάλλον είναι όλα αυτά, αλλά και άλλα πολλά, αφού το κέντρο βρίσκεται έξω από αυτόν τον μικρό -και χιλιοσυζητημένο- κύκλο.

Η ιστορία εξελίσσεται στις φυλακές Βούρλων Πειραιά, όπου είχαν φυλακιστεί χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι. Οι συνθήκες μάλιστα περιγράφονται ιδιαίτερα αντίξοες: φοβερή καλοκαιρινή ζέστη που καίει τους διψασμένους άνδρες, βρισιές και θηριωδίες, ουρλιαχτά στον πάνω όροφο, όταν παίρνουν για ανάκριση λίγους λίγους, ο φόβος του περιβόητου Καμουζά που θα έλθει να λιανίσει τους «ανυπότακτους» έγκλειστους.

Κι αυτοί υπομένουν τα πάνδεινα με εσωτερικές αντοχές και συλλογική προσπάθεια. Οχι μόνο ο ένας καλύπτει τον άλλο, αλλά και όλοι μαζί, οργανωμένοι σε ένα είδος κοινοβίου, γυμνάζουν με συντονισμένες ασκήσεις το κορμί να μη μουδιάσει και κρατούν σε εγρήγορση το πνεύμα, ακούγοντας τον δάσκαλο να απαγγέλλει τον «Ερωτόκριτο» του Βιτσέντζου Κορνάρου και στίχους από τις «Ωδές» του Ανδρέα Κάλβου.

Μόνο ένας φύλακας, ο Σκουλάς, ενώ δημόσια φωνάζει και ωρύεται, κρυφά αποτελεί τον φιλάνθρωπο φρουρό που φέρνει λαθραία νερό και ενημερώνει τους κρατούμενους για όσα τους αφορούν. Κι όταν κάποια στιγμή λείπει, έρχεται μεταμφιεσμένη η κόρη του, η Λευκή, για να συνεχίσει το έργο του, και ταυτόχρονα αναλαμβάνει να φυγαδεύσει τα γραπτά του Φώτη, που αξίζει να διασωθούν.

Οπως προϊδέασα, το κέντρο βάρους της αφήγησης έχει μετακινηθεί από τα ίδια τα βασανιστήρια των καταδίκων στη σωτηρία των χειρογράφων του συγγραφέα. Το τέλος του έργου, τραγικό και καθαρτήριο, αναδεικνύει την αξία των γραπτών του Φώτη, ειδικά του «διηγήματος» με τη Γαλιανή, το οποίο, παρότι δεν ήταν πολιτικό, στοιχειώνει το μυαλό των συγκρατουμένων του και φέρνει μνήμες από την πρότερη, ειρηνική ζωή τους.

Η Γαλιανή για τον έναν είναι η αγαπημένη, για τον άλλο η γυναίκα του, κι ούτω καθεξής. Γι’ αυτό, εξίσου σημαντικό με το νερό που συντηρεί τις ζωτικές λειτουργίες τους, οι κρατούμενοι θεωρούν το χαρτί και γι’ αυτό αγωνιούν να βρουν λίγες κόλλες, για να συνεχίσει αυτός το γράψιμο. Περισσότερο κι από τη ζωή τους, περισσότερο κι από την τύχη τους, μεριμνούν να περάσουν κρυφά στη Λευκή τα χειρόγραφα, λες και η υστεροφημία ή η μαρτυρία τους εξαρτάται απ’ αυτό το μικρό λογοτέχνημα.

Η Μαριλένα Παπαϊωάννου επανέρχεται τώρα πιο ώριμη, μετά το ντεμπούντο της το 2013 με τον «Νικήτα Δέλτα», μυθιστόρημα που θεωρήθηκε ξεκίνημα με προοπτικές. Στο φετινό δεύτερο έργο της επιβεβαιώνει την ευοίωνη έναρξή της και δείχνει πως ξέρει να κρατά γερά το πληκτρολόγιο: στιβαρή αφήγηση (βάζω ένα ερωτηματικό για την αληθοφάνεια της αντικατάστασης του Σκουλά από την κόρη του), σφριγηλή γλώσσα, ακριβής όσο και καλοδουλεμένη, ύφος κατάλληλο για τα πρόσωπα και τις περιστάσεις.

Από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον Μεσοπόλεμο του προηγούμενου έργου, που ακραγγίζει τον Εμφύλιο, τώρα η πεζογράφος μπαίνει πλησίστια σ’ αυτόν. Ετσι, φαίνεται πως η Ιστορία τής δίνει το κατάλληλο πλαίσιο να αναδείξει προσωπικά δράματα αλλά και τον ρόλο της γραφής (της λυτρωτικής λογοτεχνίας) μέσα σ’ αυτά.

Στην ουσία, το «Κατεβαίνει ο Καμουζάς στους φούρνους» καταξιώνει τη γραφή και αποδεικνύει πως η αθανασία που αυτή προσφέρει έρχεται να συναιρέσει αναμνήσεις και βιώματα κι έτσι να τους προσδώσει το γλυκό χρώμα του νοητικού ταξιδιού.

Κάθε εξωτερικό ερέθισμα ή προσωπική ανάμνηση έρχεται να κολλήσει με τη Γαλιανή, με αποτέλεσμα αυτή να γίνεται το αρχέτυπο κάθε γυναίκας κι έτσι να ενισχύει το καταβεβλημένο φρόνημα των φυλακισμένων. Ως εκ τούτου, η διάσωση και η τελική έκδοση του χειρογράφου είναι γι’ αυτούς επιβίωση και δικαίωση.