Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο

ART Σελίδες της Τετάρτης

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Ο Θάνος Σταθόπουλος διακρίνει βιβλία που τον καθόρισαν, ήρωες που ονειρεύτηκε, πόλεις που περιηγήθηκε ακίνητος, αναπνέει σελίδες που τον πάγωσαν ή τον έκαψαν, σελίδες που τον μεταμόρφωσαν, μετεωριζόμενος σταθερά από την πρόζα του εαυτού στην πρόζα του κόσμου.

Κατά κάποιον τρόπο, η βιβλιοθήκη μας είναι ένας καθρέφτης. Σπασμένος από τον καιρό οπωσδήποτε, αλλά αντικατοπτρίζοντας ακόμη το είδωλό μας -σπασμένο κι αυτό από τις ημερομηνίες και τη χασούρα. Στην παιδική μου ηλικία τα διαβάσματά μου ήταν πολλά και ποικίλα, αλλά δεν έχω διάθεση να αναφερθώ σε αυτά, εκτός από τον «Υμνο εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού και τα «Παραμύθια» του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν.

Ο Σολωμός ήταν το χώμα που πατούσα και ο Αντερσεν εξέθρεψε την αγάπη μου για τα υγρά, βόρεια τοπία. Η πραγματική αναγνωστική μου περιπέτεια ξεκίνησε στην εφηβεία, διαγράφοντας στα χρόνια που ακολούθησαν τους αναπόφευκτους κύκλους.

Εν αρχή ην τα «Ποιήματα» του Κωνσταντίνου Καβάφη και τα «Ποιήματα και Πεζά» του Κώστα Καρυωτάκη, αμφότερα σε επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη. Η Γενιά του ‘30 και το «Μυθιστόρημα» του Γιώργου Σεφέρη με εισήγαγαν αυτομάτως στον μοντερνισμό. Συγχρόνως, τα «Ποιήματα» του Νίκου Εγγονόπουλου επισήμαιναν έναν παράλογο κόσμο.

Το 1979, ο Μάνος Χατζιδάκις μού δάνεισε ένα αντίτυπο της «Αμοργού», η οποία ήταν εκτός κυκλοφορίας και ο Νίκος Γκάτσος δεν έμπαινε στον κόπο να επανεκδώσει. Δεν κατάλαβα πολλά πράγματα, αλλά ο «Ιππότης και ο θάνατος», απόσπασμα του οποίου είχε ήδη μελοποιήσει ο Χατζιδάκις, ηχούσε μέσα μου. Οταν πολύ αργότερα εντρύφησα στην «Αμοργό» κατάφερα να εισχωρήσω στον κλειστό της τόπο.

Το «Τρίτο στεφάνι» και «Τα ρέστα» του Κώστα Ταχτσή, εκτός από το να διαλύουν τα υπολείμματα του μικροαστισμού μέσα μου, μιλούσαν «όπως θα μιλούσε η ζωή». Ο Ηλίας Πετρόπουλος μού αποκάλυπτε έναν άγνωστο κόσμο στο «Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη».

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Φλομπέρ. Μου είναι δύσκολο να αναφερθώ σε ένα και μόνο μυθιστόρημα του Φλομπέρ, όσο και εάν η «Αισθηματική Αγωγή» με σφράγισε. Το ίδιο ασφαλώς συμβαίνει και με πολλούς άλλους συγγραφείς. Ο Φλομπέρ με μύησε στην τελειότητα του ύφους.

Το «Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ· αποκάλυψη. Το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε, εκτός όλων των άλλων, μου έμαθε πως δεν υπάρχει φιλοσοφική γλώσσα· κάτι που αργότερα συνάντησα επίσης στο «Εγκόλπιο ανασκολοπισμού» και στο έργο του Ε. Μ. Σιοράν. Ο Σιοράν είπε κάποτε ότι στην πρώτη νεότητά του τον τραβούσαν μόνο οι βιβλιοθήκες και τα πορνεία. Στη δική μου νεότητα δεν είχα ανάγκη τα πορνεία.

Επονται: «4 Νουβέλες» του Χάινριχ φον Κλάιστ. «Η μελαγχολία του Παρισιού» και τα «Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα» του Σαρλ Μποντλέρ. «Εκλάμψεις» του Αρτίρ Ρεμπό, σε μετάφραση του Νίκου – Αλέξη Ασλάνογλου. «Η γυναίκα της Ζάκυνθος» του Σολωμού. Η «Φόνισσα» και τα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τα «Διηγήματα» του Γεωργίου Βιζυηνού. Ο «Πεθαμένος και η ανάσταση» του Νίκου – Γαβριήλ Πεντζίκη, και όχι μόνον. Η συνταρακτική περιπέτεια της γλώσσας και το μηχανάκι-συνείδηση του Νίκου Καρούζου. Ο εφιάλτης του Μίλτου Σαχτούρη.

Ο «Εξώστης» του Νίκου Καχτίτση –από πού έρχεται αυτό το βιβλίο; Το όνειρο και το παράδοξο στον Ε. Χ. Γονατά· «Οι αγελάδες». Η ιδιαίτερη θερμοκρασία των τόπων και των σωμάτων του Γιώργου Ιωάννου. Η «Καταπακτή» είναι ένα βιβλίο στο οποίο συνεχώς επιστρέφω. Η «Κασσάνδρα και ο λύκος» της Μαργαρίτας Καραπάνου.

Η «Συνείδηση του Ζήνωνα» του Ιταλο Σβέβο. Ο Γιόζεφ Ροτ· «Το συναξάρι του Αγίου πότη» και πολλά άλλα. Ο Ζαν Ζενέ. ο «Σχοινοβάτης» και «Το εργαστήρι του Αλμπέρτο Τζιακομέτι». «Οι απόψεις ενός κλόουν» του Χάινριχ Μπελ. Ο μηχανισμός της ενοχής και η αριστουργηματική «Βλάβη» του Φρίντριχ Ντίρενματ.

«Η Αμερική δεν υπάρχει» του ευφάνταστου ακριβολόγου Πέτερ Μπίξελ. Η περίπτωση του Ερνέστο Σάμπατο, συμπυκνώνοντας τον μαγικό ρεαλισμό· «Περί ηρώων και τάφων», «Αβαδδών ο εξολοθρευτής». Ο Ρολάν Μπαρτ· «Αποσπάσματα ερωτικού λόγου». «Σημειώσεις για την όραση» του Τζιμ Μόρισον. Η παρατήρηση, η αλλοτρίωση και το έγκλημα στην «Ωρα της αληθινής αίσθησης» και στην «Αγωνία του τερματοφύλακα τη στιγμή του πέναλτι» του Πέτερ Χάντκε. Ο Ε. Μ. Σιοράν. Πάλι.

Ο Σάμιουελ Μπέκετ. Stop.

Το 1988 και το 1989 κυκλοφόρησαν στα ελληνικά: ο «Πρώτος έρωτας» του Μπέκετ, το «Μπετόν» και ο «Ανιψιός του Βιτγκενστάιν» του Τόμας Μπέρνχαρντ και η «Αφιέρωση» του Μπότο Στράους. Ο «Πρώτος έρωτας» είναι το βιβλίο που θα ήθελα να έχω γράψει. Ακούω πάντα μέσα μου τον Τόμας Μπέρνχαρντ. Η «Αφιέρωση» με βοήθησε να μην καταρρεύσω το καλοκαίρι του 1989.

Ο υβριδικός κόσμος του Β. Γκ. Ζέμπαλντ· «Αούστερλιτς», «Οι δακτύλιοι του Κρόνου». Ο λαβύρινθος του Ρομπέρτο Μπολάνιο στους «Αγριους ντετέκτιβ», ο χρόνος στο «Φυλαχτό». Ο Εντουάρ Λεβέ και η ευφυής αφηγηματική κατασκευή στην «Αυτοπροσωπογραφία». Η περίπτωση του Λάζλο Κραζναχόρκαϊ και το «Πόλεμος και πόλεμος».

Χάρη χρωστώ στον Ευγένιο Αρανίτση. Η σχέση μας και το έργο του μού αποσαφήνισαν πολλά λογοτεχνικά ζητήματα και με απελευθέρωσαν. Χάρη χρωστώ επίσης στον Κωστή Παπαγιώργη.

Είμαι αναγνώστης· δεν υπήρξα ποτέ βιβλιοφάγος. Θα ήθελα να ζω σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου χωρίς βιβλιοθήκη.

Τελευταίο βιβλίο του Θ. Σταθόπουλου είναι το «La Folie» (Ικαρος, 2015).