Το 1915, και ενώ μαινόταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, τα στρατεύματα της Αντάντ αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη αλλάζοντας την όψη και την καθημερινότητά της. Στο τελευταίο του βιβλίο, τη νουβέλα «Εξω χιονίζει», ο βραβευμένος πεζογράφος Σάκης Σερέφας χρησιμοποιεί το πιο πάνω σκηνικό για να συνθέσει ένα συγκινητικό μωσαϊκό από τις προσωπικές ιστορίες ορισμένων από αυτούς τους ξένους στρατιώτες.
Οι αφηγήσεις τους δένονται στενά με το παρόν εξαιτίας της χρήσης ενός ενδιαφέροντος δομικού ευρήματος που βρίσκεται στη βάση του βιβλίου: οι πρωταγωνιστές αποκτούν φωνή χάρη στις μεταφυσικές ικανότητες του μέντιουμ Νίνα, που βρίσκεται σε καταληψία και επικοινωνεί μαζί τους κατά τη διάρκεια μιας επετειακής εκδήλωσης που διοργανώνουν οι δημοτικές αρχές εκατό χρόνια αργότερα – το 2015.
Ο Σερέφας αξιοποιεί στο έπακρο αυτή τη δομική συνθήκη, περιγράφοντας σε αποστασιοποιημένο, παρωδιακό τόνο τα παραλειπόμενα της εκδήλωσης (με παρεμβολές διαλόγων μεταξύ των θεατών κ.ο.κ.) και καταφέρνοντας να αποδώσει μια αίσθηση συλλογικής αμηχανίας απέναντι στο παρελθόν και τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους κατά καιρούς «ζωντανεύει».
Ο μυστηριώδης θεατής της τρίτης σειράς, που μοιάζει να δυσφορεί με πολλά από τα τεκταινόμενα, και τη λοξή ματιά του οποίου μοιραζόμαστε ως αναγνώστες, δεν είναι βέβαια άλλος από τον ίδιο τον συγγραφέα – μια ελαφρώς αυτοσαρκαστική επιλογή που απηχεί την παιγνιώδη διάθεση με την οποία προσεγγίζει ο Σερέφας γενικότερα το λογοτεχνικό εγχείρημα.
Ως πεζογράφος με έντονη και επίμονη ενασχόληση με τον θεατρικό λόγο, ο Σερέφας δεν δυσκολεύεται να φτιάξει ενδιαφέρουσες φωνές, χαρίζοντας στην καθεμία τη δική της αφηγηματική ανάσα και ιδιοσυγκρασιακή χροιά. Κοινό στοιχείο σε όλες είναι η αντιηρωική διάθεση, ενώ ο καταλύτης που την αναδεικνύει είναι το χιούμορ, χιούμορ που δεν μοιάζει όμως πάντα να προκύπτει οργανικά από τις ανάγκες του κειμένου και των χαρακτήρων.
Αντίθετα, όπως και αλλού στον Σερέφα, το χιούμορ είναι συχνά ένα στοιχείο που δεσπόζει του κειμένου: αντί να υπηρετεί το σύνολο, το υπονομεύει σκόπιμα, μαζί με την ίδια την αφηγηματική σύμβαση-ψευδαίσθηση, την οποία ο Σερέφας δεν χάνει σχεδόν σε κανένα βιβλίο του την ευκαιρία να αμφισβητήσει.
Ετσι, πίσω από κάθε λεκτικό αστείο ή υπερβολή του κειμένου, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τον συγγραφέα –ή τον θεατή της τρίτης σειράς– να χαμογελάει σαρδόνια, υπενθυμίζοντάς του πως διαβάζει πάντα ένα βιβλίο, το προϊόν της δικής του φαντασίας.
Αποτελεί επίτευγμα του Σερέφα πως, παρά τις διαρκείς αυτές οχλήσεις του προς τον αναγνώστη, καταφέρνει τελικά να αποσπάσει τη συγκίνησή του, μέσα από τον ευφυή τρόπο με τον οποίο οργανώνει το υλικό του και την υποβλητικότητα του σκηνικού που στήνει.
Παρά το γεγονός ότι οι αφηγήσεις των στρατιωτών καταφέρνουν πράγματι να ζωντανέψουν το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, παρουσιάζοντας επιπροσθέτως την ασυνήθη οπτική γωνία των ξένων στρατιωτών, η εντύπωση που μένει στον αναγνώστη είναι ότι η πρόθεση του συγγραφέα πηγαίνει πολύ πέρα από αυτή την «αναπαράσταση».
Στην πραγματικότητα, ο Σερέφας ενδιαφέρεται κυρίως για τις προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών του – γι’ αυτό τους εξατομικεύει, αποκολλώντας τους από την ανωνυμία του παρελθόντος.
Για τον ίδιο λόγο, στο δεξιοτεχνικό επιλογικό κομμάτι του βιβλίου (αλλά και με διάσπαρτα κομμάτια στα υπόλοιπα μέρη), ο πεζογράφος επιδιώκει να άρει την ανωνυμία του πλήθους των θεατών, αποδίδοντάς τους επιγραμματικά ιδιότητες και προτιμήσεις ή απαριθμώντας σημαντικά γεγονότα της ζωής τους.
Με τον πλάγιο και ευφυή αυτό τρόπο, μας υπενθυμίζει πως και αυτοί αργά ή γρήγορα, όπως και οι αναγνώστες του βιβλίου, όπως και οι εκτοπλασματικοί στρατιώτες του, θα αποτελέσουν κομμάτι ενός «παρελθόντος» – και το μόνο που θα απομείνει από την παρουσία τους θα είναι οι ιστορίες που θα λέγονται γι’ αυτούς.
