Ο 43χρονος, σήμερα, Χόρχε Γκαλάν γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του Ελ Σαλαβαδόρ, Σαν Σαλβαδόρ, και έχει τιμηθεί με το Εθνικό Βραβείο Διηγήματος, αλλά και με διεθνείς διακρίσεις.
Είναι συγγραφέας δέκα συνολικά βιβλίων, ανάμεσά τους δύο παιδικά βιβλία και έξι ποιητικές συλλογές, ωστόσο το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, ο Νοέμβριος, στάθηκε καθοριστικό για την εξέλιξη της ζωής του: ο Σαλβαδοριανός συγγραφέας έχει εξωθηθεί στην εξορία ύστερα από απειλές για τη ζωή του, καθώς το τελευταίο του μυθιστόρημα πραγματεύεται σε μυθοπλαστικά συμφραζόμενα ένα από τα πιο σκοτεινά γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας του κεντροαμερικανικού κράτους του Ελ Σαλβαδόρ, την άγρια δολοφονία τον Νοέμβριο του 1989 έξι ιησουιτών ιερέων που προσπάθησαν να αντισταθούν στην αγριότητα και στον παραλογισμό του εμφύλιου πολέμου και έγιναν με τον θάνατό τους σύμβολα της ειρήνης και της δικαιοσύνης.
Εντούτοις, ο Σαλβαδοριανός συγγραφέας συστήνεται για πρώτη φορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από τις εκδόσεις Ψυχογιός, με ένα τυπικό δείγμα γραφής από τη λατινοαμερικανική παράδοση, γραμμένο το 2013.
Η διαμόρφωση της σχολής του μαγικού ρεαλισμού, που έχει συνδέσει το όνομά της με εμβληματικές μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως ο Jorge Luis Borges στην Αργεντινή, ο Gabriel Garcia Marquez στην Κολομβία, η Isabel Allende στη Χιλή και ο Italo Calvino στη γειτονική Ιταλία, μοιάζει με συνειδητή λογοτεχνική απόφαση αντλημένη από μια συνειρμική μνήμη που θέλει τη λογοτεχνία να έλκεται από τη μάγευση του αφηγηματικού λόγου.
Το υφολογικό δακτυλικό αποτύπωμα του μαγικού ρεαλισμού συνίσταται στη διαπλοκή ενός λεπτοδουλεμένου ρεαλισμού με φανταστικά και ονειρικά στοιχεία και θέματα από μύθους και παραμύθια. Η αναπαράσταση συνηθισμένων γεγονότων διαμεσολαβείται από το υπερβατικό και το ονειρικό στοιχείο, με αποτέλεσμα οι προσληπτικοί μηχανισμοί τού αναγνώστη να διασπώνται από τον αυτοματισμό τους, ανάγοντας τη λογοτεχνικότητα σε υψηλότερα επίπεδα.
Μακριά από την ανδροκεντρική ρηματική γλώσσα, όπου ο ορθολογισμός συνδέεται με τον φαλλογοκεντρικό λόγο (discourse), σύμφωνα με τη λακανική θεωρία, στο σύμπαν του μαγικού ρεαλισμού του Γκαλάν η γυναίκα γίνεται κεντρική μορφή, συνώνυμη με το υπερφυσικό και μαγικό στοιχείο, με ένα καθόλα εξουσιαστικό ορμέμφυτο που κινεί τα νήματα και την πορεία των γεγονότων.
Με όρους επιτελεστικότητας στο «Δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού» η γυναίκα γίνεται σχεδόν φαλλική, υπονομεύοντας την προεγκαθιδρυμένη συνθήκη που θέλει τους γυναικείους χαρακτήρες να υποτάσσονται παθητικά στη μοίρα τους.
Κεντρική ηρωίδα η Μαγδαλένα, μια εκπληκτικής καλλονής νεαρή δασκάλα, η οποία ύστερα από μια φιλονικία ανακαλύπτει τις υπερφυσικές της δυνάμεις και τη μοιραία δυναμική της τιμωρητικής της σκέψης. Η δύναμη των αρνητικών ευχών σε συνδυασμό με την προφητική διάσταση των τριών συνολικά ενυπνίων της Μαγδαλένας την ανάγουν σε μια υπερβατικά αρχετυπική ηρωίδα, που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του πεπρωμένου της.
Το μαγικό στοιχείο εντοπίζεται και σε ελάσσονες χαρακτήρες του μυθιστορήματος, όπως η δόνια Προυδένσια, η γκουβερνάντα του ανέμου, που έπρεπε να σβήσουν οι γραμμές στις παλάμες της γιατί δεν της είχε μείνει πια μοίρα, αλλά και σε άρρενες πρωταγωνιστές, μόνο που το μαγικό στοιχείο σε αυτούς μοιάζει να υποτάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα συμπτώσεων και να εξυπηρετεί ένα σχέδιο της μοίρας άμεσα συνδεδεμένο με την κεντρική πρωταγωνίστρια.
Χαρακτηριστικότερο είναι το παράδειγμα της επιβίωσης του Βισέντε Σάντσες από μια θανατερή οικογενειακή κατάρα προκειμένου να συναντήσει αργότερα τη Μαγδαλένα για να γίνει ο άνδρας της ζωής της, ο άνδρας που -σύμφωνα με το τρίτο προφητικό της όνειρο- θα της ήταν πια αναπόφευκτος. Το υπερφυσικό στοιχείο απαντάται και σε παιδιά, όπως ο μικρός Αντρές Ασένσιο, που βάδισε επί των υδάτων έχοντας πρώτα επιτελέσει θεραπευτικά θαύματα, αλλά και στις νεαρές δίδυμες, που έχουν την ικανότητα να πετούν.
Τριτοπρόσωπη αφήγηση, με σποραδικές πρωτοπρόσωπες παρεμβολές, ενώ η παντογνωστική φωνή της αφήγησης ανήκει στον εγγονό της Μαγδαλένας. Χαρακτηριστικό της πλοκής και της έντεχνης διάταξης της ιστορίας πάνω στον αφηγηματικό άξονα είναι η αναδρομικότητα, δεδομένου ότι πληροφορούμαστε την ιστορία από την αφήγηση του εγγονού της πρωταγωνίστριας.
Αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της είναι οι χρονικές προλήψεις, οι αναφορές δηλαδή σε γεγονότα που επισημαίνονται ακροθιγώς σε κάποιο σημείο της αφήγησης και ο αναγνώστης θα τα γνωρίσει εκτενέστερα στην πορεία της. Η αφηγηματική αυτή τεχνική δένει έξοχα με την υπερβατική και ονειρική αίσθηση του μυθιστορήματος, καθώς συνάδει απόλυτα με ό,τι ο Tzvetan Todorov αποκάλεσε «πλοκή του πεπρωμένου».
Το ελκυστικό αυτό μυθιστόρημα είχε την τύχη να μεταφραστεί από τον Αχιλλέα Κυριακίδη, χάρη στον οποίο η λατινοαμερικανική, κυρίως, λογοτεχνία στη χώρα μας ευτύχησε. Το ίδιο ισχύει και με το ανά χείρας μυθιστόρημα και την άρτια μεταφραστική του δεξίωση.
