Γνωρίζουμε τον Σταύρο Ζουμπουλάκη ως έναν συγγραφέα που αποτυπώνει πάντα στα γραπτά του την προσωπική του αγωνία, αντίθετα από το κυρίαρχο ακαδημαϊκό ύφος. Τον γνωρίζουμε επίσης ως έναν δοκιμιογράφο που προσεγγίζει και μελετά τα ζητήματά του με μια ήδη διαμορφωμένη όραση. Το ίδιο θα λέγαμε και για το νέο του βιβλίο για το μυθιστόρημα.
Στο βιβλίο αυτό ο Ζουμπουλάκης αναμετριέται με το έργο πολύ σπουδαίων συγγραφέων, τους οποίους όμως διαβάζει μέσα από τα δικά του προσωπικά ερωτήματα, ερωτήματα θεολογικά και ηθικά. Το θαυμαστό είναι ότι τα ερωτήματα αυτά που συγκροτούν την ιδιαίτερη οπτική του συγγραφέα τέμνονται εν προκειμένω με τα κινήματα της δικής τους ψυχής και έτσι ο συγγραφέας κατορθώνει να συναντηθεί μαζί τους πάνω στο πυρακτωμένο έδαφος της αγωνίας.
Η οδύνη δεν συνεξετάζεται συχνά μαζί με το θαύμα και την προσδοκία του στα σύγχρονά μας ευρωπαϊκά μυθιστορήματα. Αυτό κάνει όμως τον Ιώβ του Γιόζεφ Ροτ να έχει μια εντελώς ξεχωριστή θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία.
Ο συγγραφέας στέκεται περισσότερο στην ομοιότητα του βιβλικού Ιώβ και του Ιώβ του Ροτ, ομοιότητα που, παρά τις διαφορές, κάνει να μην έχουν η οδύνη και ο θάνατος «τον τελευταίο λόγο» (σ. 53).
Από τα δύο κείμενά του για τον Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, το μεν πρώτο («Ελεγεία για τη χαμένη Yiddishland») ανασυνθέτει μια συνολική εικόνα για το έργο του Σίνγκερ, ενώ το δεύτερο («Ο Σατανάς στο Γκόραϋ») στέκεται στο ζήτημα του αντινομισμού, όπως εκφράστηκε από το μεσσιανικό κίνημα του Σαμπατάι Τσεβί (17ος αιώνας).
Στο πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Σίνγκερ εμπεριέχονται όλα τα επόμενα, αφού σε αυτό αποκρυσταλλώνεται η ατμόσφαιρα του μυθιστορηματικού του κόσμου. Τόσο στην πολίχνη του Γκόραϋ όσο και παντού αλλού, όπου υιοθετήθηκε η παράβαση του Νόμου, το αποτέλεσμα «δεν ήταν η Απολύτρωση αλλά η κυριαρχία του κακού» (σ. 86).
Ο στοχασμός αυτός πάνω στο κακό προσλαμβάνει φιλοσοφική αξία αν συνδέσουμε το μυθιστόρημα με τον αντινομισμό των πολιτικών μεσσιανισμών του 20ού αιώνα.
Το κείμενο για την Επιχείρηση Σάυλωκ του Φίλιπ Ροθ αναδεικνύει το ζήτημα της εβραϊκής εξαίρεσης. Ο συγγραφέας δαμάζει ένα πλούσιο υλικό για να αναδείξει το ζήτημα της «ανέφικτης κανονικότητας» της εβραϊκής ταυτότητας.
Ο Ροθ μιλά για το «απίστευτο δράμα τού να είναι κανείς Εβραίος» (Επιχείρηση Σάυλωκ, σ. 438) και ο Ζουμπουλάκης συμπεραίνει ότι η αναπόφευκτη αυτή εβραϊκή εξαίρεση μας αφορά όλους, γιατί «εκφράζει μια συγκλονιστική εκδοχή του ανθρώπου, την εκδοχή του ως ύπαρξης επισφαλούς, απειλημένης, [και] αβέβαιης» (σ. 109).
Τα τρία κείμενα που ακολουθούν αφιερώνονται σε χριστιανούς συγγραφείς. Το πρώτο «Η αμαρτία και η Χάρη. Γκράχαμ Γκρην, Η Δύναμις και η Δόξα» είναι ένα μεγάλο θεολογικό κείμενο, ένα κείμενο για τη vocation, «για την πιστότητα δηλαδή στην κλήση του Θεού ή, αν προτιμάτε, στον βαθύτερο υπαρκτικό προσανατολισμό του κάθε ανθρώπου» (σ. 131).
Αλλά που βρίσκεται η δύναμις και πολύ περισσότερο η δόξα στο μυθιστόρημα αυτό καταδίωξης ενός «αμαρτωλού ιερέα» που τελειώνει με την εκτέλεσή του από τους Ερυθροχίτωνες, πραγματικούς διώκτες των χριστιανών κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα στο Μεξικό; Ο Ζουμπουλάκης δίνει μια απρόσμενη απάντηση: «Ο μάρτυρας συσταυρώνεται με τον Χριστό, μπορεί και μαρτυρεί χάρις τον Χριστό, χάρις την ένωσή του με τον Χριστό» (σ. 123) και «η δόξα του Χριστού είναι ο Σταυρός του» (σ. 131).
Το κείμενο για το Ημερολόγιο προσευχής της Φλάννερυ Ο’ Κόννορ (μτφρ. Γιάννης Παλαβός, Αντίποδες 2015) στέκεται με αναστοχαστικό βλέμμα κυρίως στο ζήτημα της διαφοράς ποίησης και μυθιστορήματος με βάση τις ημερολογιακές εγγραφές αυτής της ταχυθάνατης χριστιανής συγγραφέως.
Εκείνο για τη Μέριλιν Ρόμπινσον συνεξετάζει τα μυθιστορήματά της, Γκίλιαντ (2004) και Στο Σπίτι (2008). Δεν μπορεί να σταθεί μυθιστόρημα πάνω στο σωκρατικό «ουδείς εκών κακός», το μυθιστόρημα πατάει αναγκαία στη χριστιανική ανθρωπολογία του «αγιάτρευτου εσωτερικού διχασμού» του ανθρώπου (σ. 160).
Το θέμα των δύο αυτών μυθιστορημάτων είναι η δραματική αποδημία και η επιστροφή του γιου Τζακ Μπάουτον. Οσο, λέει ο συγγραφέας, «το πατρικό Σπίτι είναι εκεί, όσο ο Οίκος του Πατρός στέκει όρθιος έχουμε πού να γυρίσουμε». Αυτή είναι και η μαρτυρία της αδελφής του Τζακ, της Γκλόρι, «να κρατήσει το σπίτι ανοιχτό», (σ. 165).
Ο Ζουμπουλάκης διαβάζει κριτικά τη Διπλή φλόγα του Οκτάβιο Πας, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από μια άνευ όρων και ορίων εξύμνηση του έρωτα, αλλά και έχοντας συνείδηση ότι «η νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία είναι αδιανόητη χωρίς αυτόν» (σ. 171).
Το κείμενο αυτό συνδέεται έτσι με τα δύο επόμενα για τον Μισέλ Ουελμπέκ «Ο πόθος και η αδυνατότητα της αγάπης» και «Ο χάρτης και η επικράτεια», αφού οι μοναχικοί, απελπισμένοι και κυνικοί ήρωες της έρημης χώρας του Ουελμπέκ μαρτυρούν με τον πιο σπαραχτικό τρόπο τη ματαίωση, την αδυνατότητα και τελικά την απουσία της αγάπης. Το βιβλίο κλείνει με ένα κείμενο προβληματισμού για τη δυνατότητα του μυθιστορήματος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Εν κατακλείδι, το Υπό το φως του μυθιστορήματος ωθεί, έξω από την πεπατημένη της θεωρίας, τον αναγνώστη να σκεφτεί ότι τα μεγάλα θεολογικά, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά ερωτήματα τέμνονται και ότι, ειδικότερα, ο ίδιος ο κόσμος του μυθιστορήματος, ο κόσμος αυτός των βαθιά διχασμένων και ευάλωτων υπάρξεων που είμαστε, παραμένει κατά μέγα μέρος ακατανόητος χωρίς τις θρησκευτικές και ηθικές σημασίες που τον συγκροτούν.
Αντίθετα από ό,τι νομίζει ο Κούντερα, έχει λοιπόν σημασία να σκεφτούμε τι εννοεί ο Ντοστογέφσκι όταν λέει για την ψυχή του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος, τον Δον Κιχώτη, ότι έχει «ψυχή αγίου» (σ. 17).
