Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο

Σελίδες της Τετάρτης

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

❖❖❖❖❖

Βιβλία πολυδιαβασμένα, πολυμεταχειρισμένα, στραπατσαρισμένα από το συχνό ανοιγοκλείσιμο: τα ανοίγεις κάθε τόσο, έτσι, χωρίς πρόγραμμα και συγκεκριμένο λόγο, τραβάς ένα τυχαίο νήμα και ξαναβυθίζεσαι στον κόσμο τους σταματώντας σε μια λεπτομέρεια που σου είχε ξεφύγει σε προηγούμενη ανάγνωση.

Βιβλία-προσκεφάλια που σε συντροφεύουν από παιδί δίχως να είναι «παιδικά», όπως Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Λιούις Κάρολ ή τα παραμύθια του Χόφμαν και των αδελφών Γκριμ. Χωρίς να χάνουν δράμι από τη δροσιά και την ανορθόδοξη αθωότητά τους, σε μυούν με καλπάζουσα φαντασία και ευρηματικό τρόπο στην αυθαίρετη εξουσία των γλωσσικών σημείων ή στην ονειρική δυναμική του γερμανικού ρομαντισμού.

Ως φιλάσθενο παιδί, συχνά κλεισμένο στο σπίτι, αντιστάθμιζα με έντονη βιβλιοφαγία το παιχνίδι στους εξωτερικούς χώρους. Ετσι, αρκετά νωρίς είχα περιδιαβάσει για τα καλά την παιδική-νεανική –και όχι μόνο– λογοτεχνία.

Αργότερα θυμάμαι ότι, κατά φάσεις (αλλά εν προκειμένω δεν ήμουν πια μόνη· ήταν μια εποχή που ανταλλάσσαμε πυρετωδώς βιβλία στα φιλικά κυκλώματα), έπεφτα με τα μούτρα στους Ρώσους συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι) ή στο γαλλικό μυθιστόρημα (Μπαλζάκ, Σταντάλ, Φλομπέρ), στους Γερμανούς, τους Λατινοαμερικανούς ή τους Σκανδιναβούς.

Ωστόσο, δεκαετίες μετά, με κατακαθισμένο όλο εκείνο το αναγνωστικό αλαλητό και τη βιβλιοβουλιμία, ξεχωρίζω κείμενα στα οποία επανέρχομαι εξακολουθητικά με ανανεωμένη κάθε φορά περιέργεια και ασίγαστη απόλαυση.

Είναι η περίπτωση της Αισθηματικής Αγωγής του Φλομπέρ, ελεγεία μιας νιότης που θάβει και αστικοποιεί ανεπαισθήτως τα όνειρά της. Είναι τα κείμενα του Κάφκα, μικρά και μεγάλα (οι μικρές παραβολές μάλιστα περισσότερο), που αποπνέουν όχι τόσο ζόφο όσο υποδόριο μαύρο χιούμορ, εκείνο το κέφι του μελαγχολικού που σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται (θρυλείται ότι διαβάζοντας τη Δίκη σε φιλική ομήγυρη πνιγόταν από το γέλιο, μεταδοτικό και στο ακροατήριό του).

Είναι ο Τρίστραμ Σάντι του Λόρενς Στερν, εξωφρενικά άναρχο και ανατρεπτικό αφήγημα που κατεδαφίζει τα πάντα με ενάργεια και λεπτόλογη ακρίβεια – μια παντελώς λοξή λογική, υπερρεαλιστικής σχεδόν κοπής εν μέσω του 18ου αιώνα. Είναι εκείνο το αιρετικό, οξύμωρο πνεύμα που διαπερνά και ηλεκτρίζει εν πλήρει αταραξία τα κείμενα του Μπόρχες, παρωδίες δοκιμιακού λόγου, διαυγέστατες ονειροφαντασίες και αλληγορικές σκαλωσιές υψωμένες με σκεπτικισμό και λεπτή ειρωνεία.

Και είναι αυτό το διαβολεμένο και συνάμα άκρως ζυγοσταθμισμένο κέφι που βρήκα εν αφθονία στον Περέκ και στους ουλιπιανούς φίλους του (Κενό, Ρουμπό, Καλβίνο). Το απογειωμένο με πάσα σοβαρότητα κωμικό του Oulipo αυτοδεσμεύεται με αυστηρούς κανόνες, αυτοπειθαρχεί σε σκληρές προγραμματικές αρχές, ενώ σφραγίζει απλόχερα με εμμονικό πάθος και το παραμικρό κειμενικό πολλοστημόριο, ανεμίζοντας το φλάμπουρο της ασέβειας και του αιφνιδιασμού.

Στα καθ’ ημάς, πάλι αυτό το «παρά προσδοκίαν γράφειν» του Ροΐδη, το παραξένισμα που ξεστρατίζει από τον συνηθισμένο αναγνωστικό δρόμο, με καθηλώνει σε κάθε σελίδα του (ιδιαίτερα στα «διηγήματα» ή στα ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος χρονογραφήματά του). Ειρωνική, φλεγματική ματιά, ψύχραιμη ανατομία της κοινωνικής στιγμής, αλλά και διαχρονικά παλλόμενη ακίδα ευαίσθητου σεισμογράφου.

Θεωρώ ότι άξιος συνεχιστής της Μεγάλης του Ροΐδη Σχολής είναι ο παραγνωρισμένος Μιχαήλ Μητσάκης· ο Αθηναίος χρυσοθήρας του, αλλά και οι μικρότερες Αθηναϊκές σελίδες ή οι Εικόνες και σκηνές του πάντα ιντριγκάρουν για μια πρόσθετη ανάγνωση από όπου ανασύρονται απρόσμενες συσχετίσεις και ξανακερδισμένη τέρψη.

Αλλιώς σαρκαστικό και αιρετικό, Το κιβώτιο του Αρη Αλεξάνδρου συνεχίζει να με καταπίνει στους λογοδαιδάλους του κάθε φορά που το ανοίγω, με διαφορετική αφορμή. Το θεωρώ ύψιστη στιγμή της ελληνικής μυθοπλασίας και δεν παύω να ανακαλύπτω μικρές ρωγμές στην καλή και στην ανάποδη ανάγνωσή του, από όπου ξεπηδά πάλι ένα αβίαστο κέφι γραφής, κόντρα στη σκοτεινή θεματική του.

Παρόμοια κοχλιωτή εξιστόρηση, καμωμένη από «αμέτρητα κομμένα καλώδια», βγαίνει… από το στόμα της παλιάς Remington του Γιάννη Πάνου· πολυφωνική και πολύβουη, διακεκομμένη αφήγηση που φιδοσέρνεται σε κύκλους πολύχρονους και πολύτοπους: το τραγούδι των πλήκτρων της πάντα φρεσκάρει τον αναγνωστικό αέρα, όταν παραγίνεται βαρύς, και φέρνει εκείνη τη δημιουργική ανησυχία, τη συμμέτοχη περιέργεια στο ξετύλιγμα της ιστορίας που, μολονότι γνωστή, προβάλλει κρυφές γωνιές και περάσματα.

Η μαγκωμένη επίσης στη φάκα της Ιστορίας Νεράιδα της Αθήνας του Δημήτρη Νόλλα, συναιρώντας την κυνική τρυφερότητα με την αγριεμένη νεανική τόλμη, άνοιξε με μια ζαριά το αναγνωστικό ταξίδι στην «ποιητική του δρόμου», σε μια αίσθηση μόνιμης ανεστιότητας, βραχυκυκλώνοντας τα βήματα ανάμεσα στην εντοπιότητα και την αλλοτοπία.

Aυτά είναι μερικά από τα λοξά, αλλόκοτα, αψόγως παράλογα κείμενα στα οποία μπαινοβγαίνω συχνά με την άνεση του οικείου επισκέπτη.

Ας προσθέσω ακόμη ότι στο κομοδίνο μου βρίσκονται πάντα για ώρα ανάγκης (δηλαδή σε κατάσταση καθημερινής ετοιμότητας) μικρά εικονογραφημένα αφηγήματα: τα βιβλιαράκια με τις τρυφερές και σκανταλιάρικες γελοιογραφίες του Sempé, oι σειρές των Frustrés της Claire Bretecher, εξαιρετική διακωμώδηση των μπλαζέ intellos, των παρισινών ψευτοδιανοούμενων, και τα λευκώματα του δικού μας Μποστ, δαιμόνιου ανατροπέα της γλώσσας και του σκίτσου.

Τελευταίο εκδοτικό ίχνος της Λ. Τσιριμώκου είναι η συμμετοχή της στον συλλογικό τόμο. «Για μια ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Προτάσεις ανασυγκρότησης, θέματα και ρεύματα» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012)