Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τι ενώνει τον Τσάρλι, έναν έφηβο πανκ, τη Ρέιγκαν, την κληρονόμο μιας οικονομικής αυτοκρατορίας, τον ζωγράφο αδερφό της Γουίλιαμ, τον σύντροφό του, τον Μέρσερ, έναν νεαρό Αφροαμερικανό που διδάσκει σε γυμνάσιο θηλέων, τον Γκρόσκοφ, έναν δημοσιογράφο που πιστεύει ότι μπορεί να γράψει σαν τον Τρούμαν Καπότε, και τον Πουλάσκι, έναν αστυνομικό που κουβαλάει τα σημάδια της πολιομυελίτιδας;

Εκ πρώτης όψεως τίποτα, όμως ο τριανταοκτάχρονος Γκαρθ Ρισκ Χάλμπεργκ καταφέρνει με το πρώτο του μυθιστόρημα, το επικό «Πόλη στις φλόγες», να στήσει ένα γαϊτανάκι γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλοι αυτοί και αρκετοί ακόμα χαρακτήρες. To βιβλίο έγινε διάσημο όταν πριν από δύο χρόνια διέρρευσε ότι πουλήθηκαν τα δικαιώματά του έναντι δύο εκατομμυρίων δολαρίων.

Φαινομενικά επίκεντρο όλης της πλοκής είναι ένας πυροβολισμός. Μία ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 1ης Ιανουαρίου 1977 η δεκαοχτάχρονη Σαμάνθα Τσιτσάρο βρίσκεται χτυπημένη στο κέντρο του Μανχάταν.

Η Σαμάνθα είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Τσάρλι, ερωμένη του συζύγου τής Ρέιγκαν και κόρη του πυροτεχνουργού για τον οποίο γράφει ένα άρθρο ο Γκρόσκοφ.

Είναι μέλος μιας ομάδας εμπρηστών που έχει ξεκινήσει ο τραγουδιστής από το παλιό συγκρότημα του Γουίλιαμ και το σώμα της το ανακαλύπτει ο Μέρσερ, πριν αναλάβει την υπόθεση ο επιθεωρητής Πουλάσκι. Οι παραπάνω συνδέσεις, που καμιά φορά μοιάζουν τραβηγμένες, θυμίζουν ένα μπερδεμένο κουβάρι σχέσεων όπου ο αναγνώστης για να καταφέρει να αντεπεξέλθει είναι υποχρεωμένος να κρατάει ακατάπαυστα σημειώσεις.

Ομως δεν είναι καθόλου έτσι. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που η «Πόλη στις φλόγες» εκτιμήθηκε τόσο πολύ, τόσο νωρίς. Ο κάθε χαρακτήρας δίνεται ξεκάθαρα, η σύνδεσή του με τους υπόλοιπους προκύπτει εν καιρώ, ο αναγνώστης έχει τον χώρο και τον χρόνο να κατανοήσει, να επεξεργαστεί και να αναστοχαστεί πάνω σε όσα διαβάζει. Το φινάλε του βιβλίου ολοκληρώνει ένα κλειστό σύστημα το οποίο απαντά σε όσα ερωτήματα έθεσε προηγουμένως.

Ακόμα και η μεταμοντέρνα πινελιά του τέλους, στοιχείο απαραίτητο σε κάθε αμερικανικό βιβλίο που θέλει να φαίνεται σύγχρονο, έρχεται σαν ένα αναμενόμενο και απαραίτητο κλείσιμο του τεράστιου ταξιδιού των χιλίων σελίδων. Η μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή καταφέρνει σε αρκετά σημεία να μεταφέρει το απλό αλλά ακριβές ύφος αγγλικού κειμένου, η έκδοση όμως θα κέρδιζε αν εμπλουτιζόταν με αναλυτικότερες υποσημειώσεις.

Ο τραυματισμός της Σαμάνθα Τσιτσάρο είναι κεντρικός στο βιβλίο, αλλά η «Πόλη στις φλόγες» δεν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα. Η αφήγηση κινείται πολύ πέρα από την ιστορία της Σαμάνθα, αφού πραγματικό θέμα της είναι η Νέα Υόρκη στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ο Χάλμπεργκ επιχειρεί, και σε μεγάλο βαθμό πετυχαίνει, να συλλάβει πολλές από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης εποχής που οδήγησαν στο σήμερα.

Η Νέα Υόρκη τότε δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή επίζηλη, αστραφτερή παγκόσμια μητρόπολη. Η Αμερική έβγαινε από μια παρατεταμένη κοινωνική, οικονομική και πολιτική ύφεση, η πόλη ήταν χρεοκοπημένη, βρόμικη και σκοτεινή. Ταυτόχρονα, όμως, η φτώχεια σήμαινε ότι υπήρχε χώρος για τους ανθρώπους του περιθωρίου, τις καταλήψεις και την άνθηση ενός μουσικού κινήματος, του πανκ.

Ο Χάλμπεργκ δεν νοσταλγεί το παρελθόν, ούτε περιγράφει ηθογραφικά τις φυλές της πόλης. Για να τονίσει την απόσταση εστιάζει σε ζητήματα που δείχνουν τη διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα.

Η αβεβαιότητα για το μέλλον είναι ένα από αυτά τα περιορισμένα ατομικά δικαιώματα, και η ευκολία με την οποία κυκλοφορούσαν τα ναρκωτικά ένα άλλο. Αντί για την αυτοπεποίθηση των Νεοϋορκέζων, βλέπουμε την αγωνία για το μέλλον σε μια πόλη με διαρκή προβλήματα, αλλά και τη μοναξιά που βασανίζει τους χαρακτήρες.

Οι προβληματισμοί του Χάλμπεργκ είναι οικείοι από επιτυχημένες ταινίες που έχουν εστιάσει στη Νέα Υόρκη. Το «Καλοκαίρι του Σαμ» του Σπάικ Λι που διαδραματίζεται την ίδια εποχή αναδείκνυε το ίδιο καθεστώς φόβου.

Τα «Χρόνια της βίας» του Τζ.Σ. Τσάντορ αποδίδουν ανάλογη σημασία στη δεκαετία του 1970 για τους μετασχηματισμούς που δέχτηκε η οικονομία της πόλης. Η αφήγηση του Χάλμπεργκ παρουσιάζει συγγένεια με τον τρόπο που χτίζεται η παράλληλη δράση στον κινηματογράφο. Η οπτική γωνία του τριτοπρόσωπου αφηγητή αλλάζει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο υιοθετώντας τη ματιά του εκάστοτε ήρωα.

Ο αναγνώστης, όμως, βρίσκεται πάντα σε πλεονεκτική θέση, όπως ο θεατής μιας τηλεοπτικής σειράς που αναγνωρίζει έναν χαρακτήρα τον οποίο ο ήρωας αντικρίζει πρώτη φορά. Ταυτόχρονα, τεκμήρια της ιστορίας -όπως το ρεπορτάζ του Γκρόσκοφ και το αυτοσχέδιο περιοδικό της Σαμάνθα- παρεμβάλλονται σαν συντρίμμια πραγματικότητας που έχουν διασωθεί.

Ο Χάλμπεργκ χτίζει την «Πόλη στις φλόγες» με την ευχέρεια ενός γεννημένου παραμυθά. Παρασύρει τον αναγνώστη καταλήγοντας σε ένα κρεσέντο δράσης στις τελευταίες διακόσιες σελίδες. Το παραμύθι του είναι επίκαιρο σήμερα αφού με την ανάδειξη της Νέας Υόρκης σε παγκόσμια μητρόπολη κάθε μικρό κύμα που ξεκινάει εκεί φτάνει σε κάθε σημείο του πλανήτη.

Αν ένας από τους βασικούς στόχους του Μεγάλου Αμερικανικού Μυθιστορήματος είναι να καταγράψει και να ερμηνεύσει το παρόν, ο Χάλμπεργκ κατορθώνει να βρει τη στιγμή που ξεκινούσε το τώρα.