Στα βιβλία των πρωτοεμφανιζόμενων Στεφανίας Τσουκαλίδου, Qabel και Γιούλης Χρονοπούλου βασικό σημείο σύγκλισης είναι η εστίαση στον άνθρωπο της σύγχρονης ή πρόσφατης ιστορικής συνθήκης. Είτε πρόκειται για τις μικροϊστορίες της Τσουκαλίδου, είτε για τον γενεακό στοχασμό του Qabel, είτε για το μνημονικό και ιστορικό ψηφιδωτό της Χρονοπούλου, οι αφηγήσεις τους επιβεβαιώνουν ότι η λογοτεχνική επάρκεια δεν είναι μόνο ζήτημα έμπνευσης ή εκδοτικής εμπειρίας, αλλά πρωτίστως συγγραφικής άσκησης. Εδώ το βάρος πέφτει στον λόγο και στη σύγκρουση του υποκειμένου με τις μορφές εξουσίας: πατρικές, αστικές, κοινωνικές.

Το Παλμαρέ της Στεφανίας Τσουκαλίδου συγκροτείται από είκοσι έξι κινηματογραφικά στιγμιότυπα, τα οποία στο σύνολό τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως θραύσματα μιας ενιαίας τοιχογραφίας της σύγχρονης αστάθειας. Οι αφηγήσεις είναι αυτόνομες, σε μερικές περιπτώσεις όμως συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, όπως στην περίπτωση του διηγήματος «Καλή καρδιά», στοιχεία του οποίου συναντάμε αργότερα στο «Θάλασσα από λάθη».
Πρόκειται για σύντομες νουάρ ιστορίες που φωτίζουν από μια πιο σκοτεινή και λιγότερο ορατή πλευρά τις ρωγμές της καθημερινότητας, εκεί όπου, απρόσμενα και συχνά παράδοξα, το ιδιωτικό συναντά το βίαιο, το κωμικό το τραγικό και το τυχαίο το μοιραίο.
Οι χαρακτήρες -ήρωες και αντιήρωες- κινούνται συστηματικά έξω από το πλαίσιο της κανονικότητας. Ερωτεύονται, επιθυμούν, εργάζονται, καταρρέουν ή αντιστέκονται χωρίς ηθικές εξιδανικεύσεις ή αναστολές. Οι πράξεις τους, ακόμη και οι πιο κατακριτέες, όπως η συζυγοκτονία στο «Αεροζόλ και άλλα δεινά», δεν αντιμετωπίζονται ως ηθικές παρεκκλίσεις, αλλά ως πιθανές εκβάσεις ενός κόσμου που πιέζει, φθείρει, αποξενώνει.
Τα διηγήματα, άρτια διαρθρωμένα, είναι έτσι σκηνοθετημένα ώστε να μη θυμίζουν συγγραφική επινόηση. Η εργασιακή αλλοτρίωση, η σεξουαλική ταυτότητα, η απόλυτη φτώχεια, το υπαρξιακό κενό δεν μένουν στο αφηγηματικό «εύρημα»∙ αποτελούν κομμάτια μιας πραγματικότητας που όλοι αναγνωρίζουμε. Αυτό δεν εμποδίζει τις σκληρές ρεαλιστικές εικόνες να συνυπάρχουν με ποιητικές αποχρώσεις. Η γραφή είναι ρέουσα, μεστή, εστιασμένη στους χαρακτήρες, οι οποίοι σκιαγραφούνται αδρά αλλά πειστικά.
Το ύφος ποικίλλει, καθώς το δραματικό στοιχείο συχνά υπονομεύεται από μια ρευστότητα και μια υπόγεια, πικρή κωμικότητα, δίνοντας την αίσθηση μιας ζωής που δεν ακολουθεί ενιαίο μέτρο. Το «Παλμαρέ» προτείνει μια ειλικρινή ματιά στον άνθρωπο της εποχής μας, χωρίς κατάλογο επιτευγμάτων, χωρίς βεβαιότητες. Είναι στοχαστικό, επίμονο και ταυτόχρονα διαβάζεται σχεδόν απνευστί.

Στο πρώτο πεζογραφικό βιβλίο του ο Qabel ολοκληρώνει μια αναλυτική πρωτοπρόσωπη έκθεση υπαρξιακών εμπειριών και πολιτικοκοινωνικών κρίσεων που κινούνται γύρω από τρεις θεματικούς άξονες: τον πατέρα, την πόλη και την ηλικία των τριάντα. Ο πατέρας, ως συμβολική μορφή εξουσίας, ενώ θέλει να παρουσιάζεται ως «δοτικός» και φαινομενικά προοδευτικός, στην πραγματικότητα είναι ένας κλασικός πατριάρχης. Η εξουσία που ασκεί μέσω της οικονομικής φροντίδας και της συναισθηματικής οφειλής είναι θεατρική∙ μια παράσταση που επιβάλλεται στανικά. Ο προσδιορισμός του ως «βίαιου κλόουν» από τον γιο-αφηγητή είναι χαρακτηριστικός. Η γενέθλια πόλη, αντίστοιχα, όπως και το χωριό επιδρούν ως συλλογικό καθρέφτισμα του πατέρα. Η αξία του ατόμου μετριέται με όρους απόδοσης, αναγνώρισης και συνεχούς έκθεσης. Σε αυτό το πλαίσιο η ηλικία του γιου από απλή βιολογική μετάβαση μετατρέπεται σε ένα κοινωνικά φορτισμένο κατώφλι, όπου η παιδικότητα και η παρατεταμένη εφηβεία συγκρούονται με την απαίτηση για κοινωνική ένταξη.
Το βιβλίο του Qabel συγκροτεί ένα πικρό κείμενο αυτοστοχασμού, που ενώνει την προσωπική εμπειρία με το πολιτικό και το υπαρξιακό σχόλιο. Η εσωτερική δομή του λειτουργεί κυκλικά και επαναληπτικά (θλίψη, εξάρτηση, επιβεβαίωση, θλίψη), περιγράφοντας μια γενιά που δεν βιώνει την κατάρρευση ως έκρηξη, αλλά ως αργή απώλεια νοήματος. Η αυτοαναφορική αφήγηση, αποφεύγοντας το μελόδραμα, υπηρετεί μια αισθητική οργανικά δεμένη με το τραύμα, παντρεύοντας αριστοτεχνικά το προφορικό, ζωντανό στοιχείο με το δοκιμιακό και πολλούς, αυτού του τύπου, προσδιορισμούς. Οι σκληρές επίκαιρες όψεις και μεταφορές σκοπό έχουν να συνδέσουν το βίωμα του σημερινού τριαντάρη με μια ευρύτερη κριτική του αστικού τρόπου οργάνωσης της ζωής στον 21ο αιώνα. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός αποδίδουν τόσο ως μηχανισμός άμυνας όσο και ως εργαλείο αποδόμησης των κοινωνικών status quo περί επιτυχίας και προόδου.

Στο Αρωμα φουζέρ, πρώτη λογοτεχνική εμφάνιση της Γιούλης Χρονοπούλου, οι είκοσι πέντε ευσύνοπτες ιστορίες που το απαρτίζουν, αντλώντας από ένα αυθεντικό υλικό ζωής -προσωπικές εμπειρίες, οικογενειακές αφηγήσεις, ιστορικά τραύματα, μαρτυρίες προσφύγων, στιγμές της εκπαιδευτικής πράξης- συγκροτούν ένα πολυφωνικό ψηφιδωτό βιωμάτων με βασικά θέματα τη μνήμη, την απώλεια, τη συγχώρεση και την ενσυναίσθηση. Είτε πρόκειται για τον Εμφύλιο και τη Μακρόνησο, είτε για το πατρικό σπίτι που γκρεμίζεται, είτε για μυρωδιές και ήχους της παιδικής ηλικίας, η μνήμη αναδύεται ως θεμέλιο της ταυτότητας, ηθικό χρέος, γέφυρα κατανόησης και συμφιλίωσης.
Η Χρονοπούλου χειρίζεται με συνέπεια την εναλλαγή αφηγηματικών προσώπων, την πολυφωνία και την ανθρωπομορφική αφήγηση άψυχων αντικειμένων, τα οποία συχνά αποκτούν συμβολική διάσταση και υπόσταση. Το διήγημα που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο αναδεικνύει τη λειτουργία της όσφρησης ως φορέα συναισθηματικής μνήμης, με το βιωματικό στοιχείο να μετασχηματίζεται σε συλλογικό βίωμα και υπαρξιακό στοχασμό. Οι χαρακτήρες, θύματα και θύτες, ακόμη και οι πιο σκοτεινές μορφές, όπως ο βασανιστής ή ο βίαιος εξουσιαστής, προσεγγίζονται χωρίς εξωραϊσμό ή καταγγελτική διάθεση.
Η γυναικεία οπτική, επίσης, είναι παρούσα και καθοριστική. Γυναίκες κάθε ηλικίας και ιστορικής συγκυρίας φέρουν το βάρος της απώλειας αλλά και της αντοχής. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια παραμένει αδιαπραγμάτευτη ακόμη και μέσα στις πιο ακραίες συνθήκες. Το «άρωμα» που διατρέχει τη συλλογή δεν είναι μόνο αισθητηριακό, είναι και μητρική φροντίδα, επιμονή, συνέχεια. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι ιστορίες προσφύγων, κυρίως παιδιών, δοσμένες από τη σκοπιά της εκπαιδευτικού που γνωρίζει εκ των έσω τα τραύματα και τις μοιραίες αποσιωπήσεις τους.
