ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγους μήνες κυκλοφόρησε μια νέα, εξαιρετικά φροντισμένη έκδοση του εμβληματικού μυθιστορήματος της Βιρτζίνια Γουλφ Στο Φάρο, σε ανάγλυφη μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Γραμμένο το 1927, ανήκει στα αριστουργήματα της Γουλφ (Κυρία Ντάλογουεϊ, Ορλάντο, Ενα δικό της δωμάτιο, Κύματα) αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σ’ ένα εξοχικό σπίτι στη νήσο Σκάι, κοντά στα δυτικά παράλια της Σκοτίας, όπου παραθερίζει το ζεύγος Ράμζι με τα οκτώ παιδιά του, καθώς και μερικοί φιλοξενούμενοι. Ο κύριος Ράμζι έχει ακαδημαϊκή καριέρα ως καθηγητής Φιλοσοφίας και το έργο του απορροφά τη σκέψη και τον χρόνο του, ενώ η κυρία Ράμζι, θεαματικά όμορφη αλλά και προσηνής, φροντίζει να καλύπτονται οι ανάγκες και να τηρούνται οι ισορροπίες τόσο στα πλαίσια της οικογένειας όσο και μεταξύ των φιλοξενουμένων.

Οπως σχολιάζεται στο εμβριθές επίμετρο της μεταφράστριας, αλλά και τεκμηριώνεται από τα ημερολόγια της Γουλφ, ο κύριος και η κυρία Ράμζι έχουν πλαστεί κατ’ εικόνα των γονιών της συγγραφέως. Ο πατέρας της Γουλφ ήταν σημαντικός διανοούμενος της εποχής, η μητέρα της υπήρξε διάσημη για την καλλονή της και μαζί απέκτησαν οκτώ παιδιά, όσα και αυτά στο ανά χείρας μυθιστόρημα. Στο σπίτι τους στο Λονδίνο σύχναζαν καλλιτέχνες, διανοούμενοι και συγγραφείς, ενώ το καλοκαίρι η πολυπληθής ομήγυρη μετακόμιζε στο εξοχικό τους στην Κορνουάλη, το Τάλαντ Χάους, το οποίο μεταπλάστηκε στο αντίστοιχο μυθιστορηματικό εξοχικό των Ράμζι, στις Εβρίδες. Παρότι, λοιπόν, είναι ολοφάνερο πως το υλικό που χρησιμοποίησε η Γουλφ έλκει την έμπνευσή του από το προσωπικό βίωμα (και μάλιστα από τραύματα, όπως ο αιφνίδιος θάνατος της μητέρας της που συνέβη όταν εκείνη ήταν μόλις έντεκα ετών), το μυθιστόρημα δεν εξαντλεί τις προθέσεις του στην αναμόχλευση ή τη μυθοπλαστική ανάπλαση του παρελθόντος. Θα λέγαμε μάλιστα ότι το συναίσθημα, χωρίς να είναι απόν, δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της συγγραφέως. Το ίδιο ισχύει και για την πλοκή, η οποία πολύ δύσκολα θα μπορούσε να μεταφερθεί εδώ, μια που σχεδόν απουσιάζει, τουλάχιστον με τη μορφή που ένας μέσος αναγνώστης της εποχής είχε συνηθίσει να την αναγνωρίζει.

Καθώς ολόκληρος ο κόσμος, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε πλέον καταστεί μη αναγνωρίσιμος, η αποτύπωσή του στην τέχνη δεν θα μπορούσε να παραμείνει ίδια. Αυτό τουλάχιστον συνειδητοποίησαν οι εκπρόσωποι του φρέσκου τότε και πρωτοποριακού κινήματος του μοντερνισμού, όπως ο Τζέιμς Τζόις, ο Μαρσέλ Προυστ και η Βιρτζίνια Γουλφ, στρέφοντας τον φακό τους από τον εξωτερικό κόσμο στον εσωτερικό, εστιάζοντας στην ακατάπαυστη ροή σκέψεων που κατακλύζουν τον νου των ηρώων υιοθετώντας την τεχνική που στη συνέχεια ονομάστηκε stream of consciousness. Πράγματι, σε ετούτο το μυθιστόρημα μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις εσωτερικές φωνές των χαρακτήρων, έτσι όπως αυτές διαμορφώνονται, εξελίσσονται, παλινωδούν, εναλλάσσονται στη διάρκεια του χρόνου της αφήγησης, σαν η συγγραφέας να έχει έναν φακό που φωτίζει τόσο τις τετριμμένες όσο και τις απόκρυφες γωνιές του μυαλού των ηρώων και μάλιστα στρέφει αυτόν τον φακό συνεχώς από τον έναν στον άλλο, συχνά μέσα στην ίδια παράγραφο (ενίοτε και μέσα στην ίδια πρόταση), σε μια αδιάκοπη εναλλαγή αφηγηματικής εστίασης – με τον ίδιο τρόπο που ένας φάρος στέλνει το φως του σε διάφορες κατευθύνσεις.

Αλήθεια, ποιο ρόλο παίζει ο Φάρος στην πλοκή; Ξεκινώντας η αφήγηση, στο πρώτο από τα τρία μέρη, που τοποθετείται χρονικά πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικογένεια συζητάει για τον καιρό, καθώς είχαν προγραμματίσει μια εκδρομή με τη βάρκα στον Φάρο, στην απέναντι ακτή, εκδρομή που τελικά λόγω ισχυρών ανέμων αναβάλλεται. Στο τρίτο μέρος, που λαμβάνει χώρα δέκα χρόνια μετά, και έχοντας μεσολαβήσει ο Μεγάλος Πόλεμος, η εκδρομή πραγματοποιείται, όμως πλέον χωρίς την κυρία Ράμζι, η οποία (όπως και δύο από τα παιδιά της οικογένειας) έχει πεθάνει.

Το δεύτερο μέρος -αριστουργηματικό από πλευράς γλώσσας και ύφους- εστιάζει στο έρημο εξοχικό και την επέλαση του χρόνου, με τη φθορά αλλά και την πάλη ενάντιά της έως την ακόλουθη αναγέννηση, ξεκάθαρο σύμβολο των επιπτώσεων του πολέμου και του κύκλου της ζωής και του θανάτου. Ακόμα λοιπόν και μετά από έναν συντριπτικό, αδιανόητο πόλεμο, μετά από τραύματα και απώλειες, η ζωή συνεχίζεται, ο Φάρος επιμένει να ρίχνει το φως του, σύμβολο άραγε ελπίδας ή σύμβολο της τέχνης που δεν παύει να μετασχηματίζει την πραγματικότητα, να τρέφεται από αυτήν, παράγοντας νόημα και φως; Ας σημειώσουμε εδώ πως οι τελευταίες φράσεις του μυθιστορήματος ανήκουν στη φιλοξενούμενη Λίλι Μπρίσκοου, τη ζωγράφο, η οποία, παλεύοντας σε όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος με τα υλικά της τέχνης της και τις αμφιβολίες της, κατορθώνει να ολοκληρώσει το «όραμά» της.

Πρόκειται όχι μόνο για ένα μυθιστόρημα-σταθμό αλλά και για μια μετάφραση-σταθμό, ευέλικτη, ευαίσθητη, με πλήρη αίσθηση του ρυθμού και των γλωσσικών αποχρώσεων, αντάξια του πρωτότυπου.