ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιάννης ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά μπίρας, καθάρισε με ένα σύντομο βήξιμο τον φάρυγγά του και άναψε το εικοστό τσιγάρο της ημέρας. Το δροσερό ρεύμα του ερκοντίσιον τον χτυπούσε επίμονα στο πρόσωπο για πάνω από μισάωρο, πράγμα που σήμαινε ότι πολύ σύντομα θα τον έπαιρνε ο ύπνος.

Εξω ο ήλιος κατάβρεχε με καυτή λάβα την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια, εγκαθιδρύοντας μια ιδιότυπη ουδέτερη ζώνη μεταξύ ουρανού και ανθρώπων.

«Τα πάντα, γαμώτο, είναι ειρηνικά», σκέφτηκε και τράβηξε ακόμα μια γενναία δόση παγωμένου οινοπνεύματος. «Τα πάντα κοιμούνται από το πρωί κι αυτό σε αρρωσταίνει».

Ψαχούλεψε με τα πόδια τις σαγιονάρες του που είχαν σκορπίσει άτακτα κάτω από τη ροτόντα του σαλονιού και μόλις κατάφερε να περάσει τα δυο μεγάλα δάχτυλα στους πλαστικούς χαλινούς σηκώθηκε, άνοιξε το ψυγείο κι αναζήτησε το τελευταίο μπουκάλι Αμστελ.

«Ο Στέλιος δεν είναι εντάξει. Γιατί να σε προσλάβει σε μια εταιρεία από την οποία ο ίδιος σε έξι μήνες θα αποχωρούσε; Κι εσύ γιατί τον ακολούθησες;»

Από μπίρα δεν είχε μείνει σταγόνα. Προς στιγμή ένιωσε την παρόρμηση να ντυθεί πρόχειρα και να πάει στο σούπερ μάρκετ. Ομως το φως ροκάνιζε την μπαλκονόπορτα σαν αρουραίος.

«Δεν έχεις κανένα λόγο να ξεμυτίσεις. Δεν θέλεις να δεις ψυχή».

Ανοιξε την τηλεόραση. Μπίρες, ποτά, παγωτά, αναψυκτικά έρρεαν πλουσιοπάροχα και η σύντομη ζωή τους έσβηνε μέσα σε πλήθος ευτυχισμένων ουρανίσκων.

«Εξω είναι τόσο ειρηνικά που αν δεν έκανε τόση ζέστη θα σου γεννιόταν η επιθυμία να βγεις στο μπαλκόνι και να βουτήξεις μέσα σε όλη αυτή την καταραμένη ησυχία».

Στο ψηλότερο άκρο ενός λόφου πετάχτηκε μια σπίθα κι έπειτα όλη η κορυφογραμμή φωτίστηκε με μια κόκκινη ανταύγεια. Το ρεύμα του κλιματιστικού τώρα κατέληγε στη γυμνή πλάτη του. Μπροστά του οι φλόγες κατηφόριζαν την πλάγια, ενώ πίσω του μια μοναχική παγωμένη ροή τον έκλεινε σαν χούφτα. Χαμήλωσε τον ήχο της τηλεόρασης και ξάπλωσε στον αντικρινό καναπέ την ώρα που τεράστια αεροσκάφη σαν τα βομβαρδιστικά του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου έριχναν τόνους νερού στις μεγαπυρκαγιές της Σιβηρίας.

Απλωσε το χέρι στο πάτωμα και εντόπισε μια πεταμένη μινιατούρα μπουκαλιού με ουίσκι σαν αυτές που πουλάνε στα μίνι μπαρ των ξενοδοχείων. Εφερε το στόμιο στα χείλη του, κατέβασε το περιεχόμενο μονορούφι και ξεκίνησε μια μάταιη αναζήτηση του τηλεκοντρόλ κάτω από τα μαξιλάρια που πολύ σύντομα κατέληξε σε βαθύ ύπνο.

Ξύπνησε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα. Το στόμα του ήταν πικρό και η διψασμένη γλώσσα του είχε κολλήσει στον ουρανίσκο. Η τηλεόραση τώρα πρόβαλλε καλοκαιρινά τοπία ελληνικών νησιών. Γαλάζιες θάλασσες έμοιαζαν να πνίγουν συγκροτήματα σπιτιών που ήταν βαμμένα λευκά. Γκαρσόνια βουτούσαν αδέξια μέσα στο φως για να μεταφέρουν τις παραγγελίες και στο βάθος πτήσεις τσάρτερ χάραζαν κόκκινες τροχιές σε ταξιδιωτικούς χάρτες. Σηκώθηκε για να πιει νερό αλλά η βρύση της κουζίνας δεν λειτουργούσε.

«Κάθε Παρασκευή απόγευμα φεύγεις από τη δουλειά χωρίς να κοιτάξεις τα τελευταία μέιλ. Ακόμα και να σε έχουν απολύσει θα το μάθεις μια και καλή τη Δευτέρα. Την κάθε Δευτέρα». Ανοιξε το ψυγείο μήπως βρει κρύο νερό. Το τελευταίο μπουκάλι το είχε στραγγίξει ήδη από το προηγούμενο μεσημέρι. Και στο μπάνιο η ντουζιέρα είχε στερέψει. Ηταν αναγκασμένος να βγει έξω τελικά. Φόρεσε πρόχειρα ένα λευκό σορτς, πέρασε στα πόδια τις σαγιονάρες, έριξε πάνω του ένα γκρι φανελάκι, ξεκλείδωσε την εξώπορτα και πήρε το ασανσέρ. Με το που έφτασε στο ισόγειο και πριν καν πλησιάσει την έξοδο της πολυκατοικίας το εκτυφλωτικό φως τον ανάγκασε να κλείσει τα μάτια. Χρειάστηκαν αρκετά λεπτά μέχρι να αποδεχτεί το δυνατό ψήσιμο στο πρόσωπο και να συνειδητοποιήσει ότι ο ήλιος είχε κολλήσει για πολλές ώρες στο ίδιο σημείο. Τσέκαρε την ώρα στο κινητό του. Πλησίαζε μιάμιση το πρωί. Εσπρωξε διστακτικά τη γυάλινη πόρτα της εισόδου κι έριξε μια ματιά στον δρόμο. Η καυτή αύρα έτρεμε στις κορυφές των αυτοκινήτων, ενώ το φως έρρεε ανεμπόδιστο, υψώνοντας διαδοχικά νοητά φράγματα.

«Η ησυχία σε κάνει πιο δυνατό. Τώρα πια δεν χρειάζεσαι κανέναν και τίποτα. Καμιά συνάντηση καμία διαπραγμάτευση. Ούτε καν με τον υπάλληλο στο περίπτερο που διανυκτερεύει».

Αποφάσισε να γυρίσει στο διαμέρισμα χωρίς να χρησιμοποιήσει το ασανσέρ. Ανέβηκε με κόπο τα σκαλιά μέχρι τον δεύτερο. Πλησιάζοντας στο όριο της κατάρρευσης, το αίσθημα της αυτάρκειας γινόταν όλο και πιο ισχυρό, ενώ το φως τον ακολουθούσε και στην πιο σκοτεινή γωνία.

«Η Ελένη μπορεί να κοιμάται από το απόγευμα στο υπνοδωμάτιο. Ή μπορεί και να μην έχει επιστρέψει ακόμα από το γραφείο. Εξάλλου, όπως έχει η κατάσταση, όσο περισσότερο συζητάτε τόσο πιο ανυπόφορη γίνεται η δίψα».

Καθώς έμπαινε στο σπίτι άκουσε τις τελευταίες μικρές εκρήξεις του κλιματιστικού συνοδευμένες από μια διαπεραστική μυρωδιά καμένου πλαστικού. Η τεράστια ερημική αμμουδιά αποτελούσε το σύνορο μεταξύ του γαλάζιου πελάγους που στραφτάλιζε αδιάφορα και της νεκρής πόλης που κάπνιζε ήσυχα μέσα στα ερείπια. Εκλεισε την τηλεόραση. Πέταξε όλα τα ρούχα και το κινητό του στο πάτωμα, πήρε από την κουζίνα μια καρέκλα και σκαρφάλωσε στο πατάρι. Η οσμή του περίκλειστου χώρου τον χτύπησε δυνατά στα ρουθούνια κι έπειτα άρχισε να ρευστοποιείται και να χάνεται. Ξάπλωσε στο πλάι σε στάση εμβρυακή. Η λάμψη του ήλιου που είχε ήδη διαπεράσει τους τοίχους έγειρε μαζί του και τον σκέπασε με τρυφερότητα. Αποκοιμήθηκε στο λεπτό.

Το ξυπνητήρι του κινητού ακούστηκε στις επτά το πρωί. Προς στιγμή σκέφτηκε να αλλάξει πλευρό και να συνεχίσει τον ύπνο. Η Ελένη όμως πετάχτηκε σαν ελατήριο από το κρεβάτι και τον σκούντησε με δύναμη στον ώμο.

«Ξύπνα. Σήμερα είναι η σειρά σου να οδηγήσεις. Και φρόντισε να μην καθυστερήσεις πάλι στο γραφείο». Ανοιξε τα μάτια και στριφογύρισε με τη γλώσσα του μια λέξη που τελικά αποφάσισε να μην ξεστομίσει. Σηκώθηκε βαριεστημένα και έσυρε τις σαγιονάρες του μέχρι το μπάνιο.

Εριξε στο πρόσωπο λίγο νερό, φόρεσε το πουκάμισο στο χρώμα του πάγου που τον περίμενε όλη τη νύχτα απλωμένο στην μπερζέρα του χολ, έδεσε σφιχτά γύρω από τον λαιμό μια κόκκινη ριγέ γραβάτα, έβαλε το μπλε παντελόνι και τα μαύρα λουστρίνια και περίμενε τη γυναίκα του να ετοιμαστεί. Πάνω στο μισάωρο βρισκόταν μπροστά από το τιμόνι του αυτοκινήτου, ενώ η Ελένη δίπλα του έβαφε τα χείλη της με ένα ροζ κραγιόν.

Παρά το δροσερό περιβάλλον που εξασφάλιζε ο δυνατός κλιματισμός, κανείς τους δεν είχε τη διάθεση να μιλήσει. Ανοιξε το ραδιόφωνο. Η συχνότητα που διάλεξε έπαιζε μια αργόσυρτη μπαλάντα που έκανε ακόμα πιο έντονη τη μονοτονία της διαδρομής.

* Το 2023 κυκλοφόρησε η νουβέλα του «Οσα δεν έγιναν» από τις εκδόσεις Βακχικόν.