Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο βιβλίο αυτό ο Βασ. Κολώνας, καθηγητής Ιστορίας Αρχιτεκτονικής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, μιλάει για μια εξοχική συνοικία σήμερα χαμένη, στην ανατολική πλευρά τής ακόμα τότε τειχισμένης Θεσσαλονίκης, που χαράχτηκε το 1885 ως «νέα πόλη» και γνώρισε μεγάλη ακμή ώς τους Βαλκανικούς Πολέμους, χάρις στην ανέγερση εκεί σπιτιών για μια πολυ-εθνική, κοσμοπολίτικη κοινωνία που ευημερούσε. Από εκείνη τη μεγάλη δόξα σήμερα απέμεινε μόνο ένα ελάχιστο δείγμα από διάσπαρτα παλιά σπίτια, που διατηρήθηκαν μέσα στη θάλασσα από πολυκατοικίες.

Το βιβλίο του Κολώνα ανασταίνει μαγικά αυτόν τον χαμένο κόσμο. Είναι μια ιστορική καταγραφή τού τι υπήρξε εκεί παλιότερα, με όσα στοιχεία μπορούσαν να βρεθούν από κείμενα, αρχεία, συλλογές φωτογραφιών και αναμνήσεις –όλα εκείνα που μπορούν να ανασυστήσουν κάτι οριστικά εξαφανισμένο.

Περισσότερο σαν αρχαιολόγος που συνταιριάζει υπομονετικά ψηφίδες του χρόνου, προσπαθώντας να αποκαταστήσει ένα τεκμήριο πολιτισμού, ο Κολώνας, δουλεύοντας με διαλείμματα από την εποχή των σπουδών του, αλλά και πιο νωρίς, σαν Θεσσαλονικιός που παρασυρόταν από ρεμβασμούς καθώς περπατούσε σ’ αυτά τα μέρη, κατόρθωσε να «χτίσει» ένα χρονικό αυτής της συνοικίας των Εξοχών και να μας το προσφέρει, σαν να μας δίνει ένα εισιτήριο για ένα ταξίδι στο παρελθόν.

Πιστεύω ότι το μεγάλο μυστικό της «Εικονογραφίας» του, όπως την ονομάζει, είναι ότι βρήκε τη σωστή συνταγή ανάμεσα σε «τεκμηριωμένη έρευνα», δηλαδή το επιστημονικό κομμάτι της δουλειάς, και σε «ελκυστικό περιτύλιγμα» που να είναι άμεσα αφομοιώσιμο από το ανειδίκευτο κοινό. Ο κόσμος σήμερα είναι μαθημένος (μερικοί θα έλεγαν κακομαθημένος) να εισπράττει ακατέργαστο εικονογραφικό υλικό μέσα από τα καινούργια μέσα και να αδιαφορεί για ταυτίσεις, συσχετίσεις, σχολιασμούς και αναζητήσεις πηγών (πράγματα που θεωρούνται ανιαρά και για τους λίγους ψαγμένους).

Ο συγγραφέας δεν στρέφει την πλάτη του σ’ αυτούς τους αναγνώστες και τους κερδίζει ταΐζοντάς τους με τις σωστές αναλογίες από εικόνες, περιγραφές, μικρές αφηγήσεις, αναδρομές και παράλληλες εκδοχές, διασταυρώσεις πληροφοριών και αναπάντεχες ανακαλύψεις. Στα χέρια του, ο αναγνώστης γίνεται ένας έμπειρος voyeur, που του επιτρέπεται να κοιτάξει μέσα από την κλειδαρότρυπα της ιστορίας για να ανακαλύψει όσα στην καθημερινότητα του διαφεύγουν.

Κυρίως, ο Κολώνας φέρνει μπροστά μας ολοζώντανους τους εκπροσώπους εκείνης της κοινωνίας που έζησαν στη συνοικία των Εξοχών της Θεσσαλονίκης. Επώνυμους, αναγνωρίσιμους, ταυτισμένους με την ιστορία του τόπου. Που εδώ παρελαύνουν με τις λαμπρές στολές τους και τα υπέροχά τους φορέματα, σε πόζες θεατρικές μπροστά ή μέσα στα σπίτια τους. Αυτή η ανακάλυψη ή αποκάλυψη είναι διασκεδαστική, είναι ερεθιστική γιατί συνεχώς σε ωθεί να δεις τι συμβαίνει παρακάτω, λες και διαβάζεις αστυνομικό μυθιστόρημα. Ξαφνικά εκείνη η ζωή που εξαφανίστηκε πριν από τόσες δεκαετίες αποκτά νόημα, προσφέρει κάτι που δεν μπορεί σήμερα να βρεθεί, παρ’ όλη τη λάμψη των καιρών. Γιατί η κοσμοπολίτικη, fin-de-siècle Θεσσαλονίκη μοιραία χάθηκε με την απόκτηση της πόλης από τον ελληνικό στρατό.

Αυτή η ιστορία των Εξοχών τελικά ανατρέπει τη νομοτέλεια της συνεχούς προόδου, ότι όλα γίνονται τάχα καλύτερα και ωραιότερα με το πέρασμα του χρόνου. Ή επίσης, ότι αυτό που υπάρχει σήμερα είναι το μόνο δυνατό να υπάρξει κι ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές κατευθύνσεις. Κάτι που σε τελευταία ανάλυση καταλήγει σε μια αδιαφορία, σε μια αναισθησία απέναντι στις δυνατότητες που προσφέρονται.

Μας λέει ότι χάρη σε μια ευτυχή ιστορική συγκυρία, έστω βραχύβια, η συνοικία των Εξοχών μπόρεσε να εκφράσει στον χώρο τον δυναμισμό της νέας αστικής τάξης στη Θεσσαλονίκη, με όλες τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της, καθώς ταλαντευόταν ανάμεσα στα δυτικά πρότυπα, τα εξ Εσπερίας, και τα ανατολίτικα, τα καθ’ ημάς, καταλήγοντας σε μια λαμπερή σύνθεση ανεπιτήδευτη και χωρίς καθόλου αναστολές.

Πιο κοντά σε μας τους αρχιτέκτονες και τα ενδιαφέροντά μας, ο Κολώνας αποκαθιστά για άλλη μια φορά (αφού το έχει κάνει τόσες φορές προηγούμενα, σε άλλα βιβλία) τη χαμένη τιμή μιας αρχιτεκτονικής που ώς πρόσφατα είχε πέσει σε μεγάλη δυσμένεια, είχε περιφρονηθεί και δοθεί στα συνεργεία κατεδάφισης χωρίς τύψεις. Εννοώ την εκλεκτική ή εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική, που άνθησε ακριβώς αυτήν την εποχή που χτίζονται οι Εξοχές και η οποία εκφράζει με τον πιο πιστό τρόπο τις διαθέσεις και δυνατότητες εκείνης της κοινωνίας.

Είναι αφάνταστος ο μόχθος που απαιτήθηκε για να συγκεντρωθεί αυτό το υλικό. Ο Κολώνας μάς το θυμίζει κατά διαστήματα, μαζί με λαχταριστές λεπτομέρειες του πώς ανακάλυψε στοιχεία άγνωστα ώς τώρα για τούτο ή εκείνο το σημείο. Προφανώς ο ίδιος το γλέντησε. Κι αν τον παρομοίασα παραπάνω με αρχαιολόγο, θα το επαναλάβω και τώρα, προσθέτοντας ότι η δουλειά που κάνει εδώ μαρτυρά αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, κατασταλαγμένη κατανόηση για το παρελθόν και σεβασμό των τεκμηρίων.