Ο λόγος για τη χαρά, την ηδονή της ανάγνωσης. Ητοι για μια ιστορία μεταμορφώσεων στη νοτιοδυτική Γαλλία, όπου ο συγγραφέας της Πυξίδας τοποθετεί χωρικά αυτό το έκκεντρο, παράδοξο, συχνά γκροτέσκο, πάντως φιλάνθρωπο και τρυφερό μυθιστόρημα.
Μιλούμε για μεταμορφώσεις, γιατί αυτές αφορούν τη βιολογία, την παράδοση, τη μνημονική σκευή, τη ζωή και τον θάνατο, την ίδια, εντέλει, τη γλώσσα. Μιλούμε για μια μυθιστορηματική τελετουργία μεταμόρφωσης, στα δημιουργικά χνάρια, βέβαια, του Ραμπελέ και του Γαργαντούα του. Μιλούμε, επίσης και συγχρόνως, για την υποκειμενικότητα και την «κατασκευή του εαυτού», όπως αμέσως θα δούμε.
Λοιπόν, ο τριαντάχρονος Παριζιάνος Νταβίντ Μαζόν, φοιτητής Εθνολογίας, για τις ανάγκες της διδακτορικής διατριβής του, η ολοκλήρωση της οποίας προϋποθέτει έρευνα πεδίου, εγκαθίσταται σε ένα χωριό στη γαλλική επαρχία, στο Λα Πιερ-Σεν-Κριστόφ, κάτοικοι 640, εστίες 284. Δήμαρχος, ο Μαρσιάλ Πουρβό, επαγγελματίας νεκροθάφτης. Εκεί κοντά, πριν πέντε αιώνες έχει ζήσει ο Ραμπελέ, στο Σεν-Κριστόφ-σιρ-Ροκ…
Ο φέρελπις υποψήφιος διδάκτορας εγκαθίσταται, μαζί με δύο γατούλες, στο πίσω μέρος ενός αγροτόσπιτου, που ανήκει στη Ματίλντ και στον Γκαρί, και ονομάζει το στρατηγείο του «Αγρια σκέψη» – προφανής αναφορά στον Στρος. Στο Παρίσι, ο Μαζόν αφήνει την αγαπημένη του Λαρά, κάνουν σεξ εξ αποστάσεως. Σύντομα ο ήρωάς μας αποκτά ένα μηχανάκι και αρχίζει τις έρευνές του, αρχίζει να κρατά ημερολόγιο, καταγράφοντας τοπικά ήθη και έθιμα, αποφασισμένος να εμβαθύνει στη συνθήκη της αγροτικής ζωής, παίρνει συνεντεύξεις, καταγράφει αναμνήσεις, πεποιθήσεις, στάσεις, νοοτροπίες, προλήψεις, ατομικές προκρίσεις, συλλογικά πάθη και το συλλογικό φαντασιακό, ιζήματα συναισθημάτων και εμπειριών και βιωμάτων που έχουν αφήσει οι ιστορικές στιγμές για τη συνέχεια του βίου.
Παρακολουθεί τι έχουν καταλάβει τα άτομα από όσα συνταρακτικά έχουν συμβεί γύρω τους, με την οπλή της ιστορίας πάντοτε κρουστή, πόσο και πώς τα έχουν αξιολογήσει, πόσο τα έχουν αλλάξει, με ποια υλικά ο εαυτός τους έχει κατασκευαστεί. Για να αντιληφθεί εντελέστερα το πνεύμα του τόπου, ο Νταβίντ συχνάζει στο «Καφέ των ψαράδων» του κάπελα Τομά, συχνάζει και στου δημάρχου, αλλά και στου ζωγράφου Μαξ, ο οποίος εργάζεται πάνω στη λειτουργία της αφόδευσης, συνομιλεί με τον χασάπη Παταρέν, τη χειροπράκτισσα Πελαζί, τη νεαρή οικολόγο αγρότισσα Λουσί, τον «εξάδελφο» Αρνό, με διανοητική υστέρηση, αλλά ο οποίος μπορεί να απομνημονεύσει την επέτειο κάθε γεγονότος, αρκεί να του δώσεις μια ημερομηνία. Τίποτα το μεταφυσικό δεν ξενίζει τον Νταβίντ, τίποτα το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο – τα ζώα, λόγου χάριν, εκβάλλουν στην αφηγηματική επιφάνεια ως μετενσαρκώσεις ανθρώπων, ο κάπρος, ας πούμε, που ο χασάπης σφάζει προβάλλεται ως μετενσάρκωση του αβά Λαρζό, άλλος ένας κάτοικος αυτός.
Ο δήμαρχος, τώρα, πρωτοστατεί στην οργάνωση του ετήσιου συμπόσιου της συντεχνίας των νεκροθαφτών, το παρακολουθούμε στο κέντρο, τρόπον τινά, του βιβλίου. Διεξάγεται στην τράπεζα ενός αβαείου και μετέχουν τα 99 μέλη της συντεχνίας, τα οποία για δύο μέρες διακόπτουν τη λειτουργία της θανής, «αυτής της γενναιόδωρης πουτάνας», και επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο φαγοπότι, το οποίο διανθίζουν εισηγήσεις, ψηφοφορίες και ομιλίες.
Λόγου χάριν, ψηφίζουν οι γυναίκες να μπορούν να γίνουν μέλη της συντεχνίας, ενώ η πρώτη και τελευταία ομιλία είναι αφιερωμένες στον έρωτα, με τον Γαργαντούα, φαλλοφόρο, εξακολουθητικά παρόντα. Αντιστικτικά, «ο φόβος του θανάτου, οίστρος της ζωής», στο τέλος της τελευταίας ομιλίας καθένας εκφέρει μια λέξη που σημασιοδοτεί τον θάνατο, τον ονομάζει για να τον ξορκίσει. Εξάλλου, τα έξι ιντερλούδια του μυθιστορήματος μιλούν ακριβώς για τη ζωή και τον θάνατο.
Εν τω μεταξύ, ο Νταβίντ έχει μεταφερθεί σε νέο τόπο οίκησης που ονομάζει «Ευγενείς άγριοι», μαζί με τη νέα του ερωμένη –το σεξ εμπνέει «το ατέλειωτο όργιο της φύσης»– και παρέα δύο γάτες, έναν σκύλο, μια οικογένεια σκαντζόχοιρων και μπόλικα ζωύφια. Εχει, πια, σταδιακά μεταμορφωθεί μέσα σε περίπου δέκα μήνες, όπως οι ημερολογιακοί δείκτες του πρώτου και του έβδομου και τελευταίου κεφαλαίου μάς υποδεικνύουν, ανακαλύπτοντας, διά χειρός Ενάρ και Σοφίας Διονυσοπούλου –ναι, άθλος η μετάφρασή της– τον λαϊκό πολιτισμό σε βάθος, συνεπικουρούμενος από τη μυθολογία, την επιστήμη, τη λογοτεχνία, την πολιτική. Ο Ενάρ συνομιλεί με τον Λεβί-Στρος, το είδαμε κιόλας, τον Ραμπελέ, τον Ουγκό, τον Δουμά και τον Κόμη Μοντεχρήστο του, τον Ριντέλ, έναν τροβαδούρο του Μεσαίωνα. Οίστρος υψιπέτης, βαθύτατα φιλάνθρωπος.
