Πέντε χρόνια είχε να πάει διακοπές, από τότε που τον άφησε η γυναίκα του. Τον πρώτο καιρό δεν είχε όρεξη, μετά δεν είχε λεφτά· αλλά ούτε και παρέα είχε και, ως γνωστόν, οι διακοπές θέλουν παρέα. Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι άρχιζαν οι ανελέητες ερωτήσεις –πού θα πας διακοπές;– μολονότι κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά πού θα πάει διακοπές ο άλλος – κάπου θα πάει.
Δεν ήταν καλός στα ψέματα, γι’ αυτό προετοίμαζε ένα σενάριο μόνο και μόνο για να απαντάει στις ερωτήσεις χωρίς να κομπιάζει. Ανοιγε έναν Ατλαντα που είχε κρατήσει ενθύμιο από το Δημοτικό, όργωνε με το δάχτυλο τα πελάγη, ξεμπάρκαρε σε ένα νησί με ωραίο όνομα, συνήθως βράδυ και με γυναίκα δίπλα του. Τον έπιανε τότε το παράπονο, θυμόταν τις διακοπές με τη γυναίκα του, κάθε καλοκαίρι σε άλλο νησί. Αυτή τα οργάνωνε όλα, είχε ταλέντο στις διακοπές. Αυτός ακολουθούσε φορτωμένος σαν γαϊδούρι, πανευτυχής και υποταγμένος.
Ενα απόγευμα –έβγαινε ο Ιούλιος– χτύπησε το τηλέφωνό του. Σπάνια τον έπαιρναν τηλέφωνο, ούτε κι αυτός έπαιρνε κανέναν. Ηταν ένας φίλος –σχεδόν φίλος– από το μαγαζί, ο μοναδικός που συμπαθούσε εκεί μέσα. Μαζί ανεβοκατέβαζαν τις κούτες με τα πλακάκια από το υπόγειο στο ισόγειο και πάλι πίσω, κι άλλες κούτες, κι άλλα πλακάκια, μα τα πλακάκια τελειωμό δεν είχαν. Αυτός ήταν ο λόγος που τον άφησε η γυναίκα του. «Ολη σου τη ζωή θα κουβαλάς πλακάκια;» του πέταγε όποτε τσακώνονταν. «Δεν έχεις φιλοδοξίες;» Είχε, αλλά και τι μ’ αυτό; Ολοι έχουν.
«Ολο και κάπου θα πάω», έδωσε μια πρόχειρη απάντηση στη γνωστή ερώτηση. Αλλά ο φίλος είχε σχέδια, δεν ήταν απ’ αυτούς που ρωτάνε για να ρωτήσουν. Πρώτη Αυγούστου, μια βδομάδα στο Αγκίστρι. Ο φίλος, η γυναίκα του φίλου –την είχε γνωρίσει– κι ένα ακόμα ζευγάρι, γαμώ τα παιδιά, όπως τον διαβεβαίωσε.
Το ήξερε το Αγκίστρι από τον Ατλαντα, πήγαινε συχνά με το δάχτυλο, του άρεσε το όνομα. Κάτι σκίρτησε μέσα του, μόνο για μια στιγμή.
«Κι εγώ πού κολλάω;» είπε.
Να τ’ αφήσει αυτά, τον αποπήρε με αγάπη ο φίλος.
«Είμαι λίγο ζορισμένος αυτόν τον καιρό».
Θα τσοντάρει κι ο φίλος, τι φίλος είναι;
Δεν του άρεσε να δανείζεται, αλλά κάτι είχε πιάσει δουλειά μέσα του, κάτι γνωστό από παλιά. Το αναγνώριζε – και δεν αναγνώριζε τον εαυτό του.
«Καλά, θα δούμε», είπε και τρόμαξε στη σκέψη ότι είχαν κιόλας δει.
Την παραμονή αγόρασε ένα εμπριμέ μαγιό, πετσέτα και μερικές ακόμα σαχλαμάρες. Καιρό είχε να πάει για ψώνια και το διασκέδαζε σαν μικρό παιδί. Το μάτι του έπεσε στις μάσκες – πήρε μία, με αναπνευστήρα. Παραλίγο να πάρει και βατραχοπέδιλα. Χάλασε πολλά, μα δεν τον ένοιαζε, θα τσόνταρε κι ο φίλος του. «Πάμε διακοπές, μαλάκα», έλεγε και ξανάλεγε γυρίζοντας σπίτι.
Τον έριξαν στη θάλασσα με μια πέτρα δεμένη στον λαιμό. Δεν αντιστάθηκε – από πείσμα. Καλύτερα να πάει στον πάτο μια ώρα αρχύτερα. Μα η πέτρα δεν βούλιαζε και τον κρατούσε στην επιφάνεια. Αγκάλιασε την πέτρα να τη βουλιάξει αυτός με τα χέρια του. Δεν ήταν πέτρα, αλλά ένα εμπριμέ μπαλόνι. Οι άλλοι στέκονταν στον μόλο, τον έδειχναν και γελούσαν.
Ξύπνησε κακόκεφος. Είδε τη βαλίτσα του δίπλα στην εξώπορτα. Τι ανάγκη είχε να πάει διακοπές με άγνωστους ανθρώπους; Διακοπές από τι; Τίποτα ποτέ δεν διακόπτεται. Αλλά μάλλον ήταν το άγχος της αναχώρησης, θα ξεχνιόταν μόλις έσμιγε με τα παιδιά.
Στο λεωφορείο δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τον γέρο που καθόταν απέναντί του. Είχε κι αυτός μια βαλίτσα ανάμεσα στα πόδια του. Κάπου τον ήξερε, μα μπορεί να έκανε λάθος.
Τους είδε από μακριά. Τον περίμεναν όρθιοι, είχε αργήσει λίγο. Στάθηκε να κόψει φάτσες, μην πάει απροετοίμαστος. Ο φίλος τού φίλου δεν του άρεσε, μιλούσε ασταμάτητα. Η άλλη έφερνε λίγο στη γυναίκα του, αλλά ήταν νεότερη, όπως ήταν η γυναίκα του όταν τη γνώρισε. Εβγαλε να ανάψει τσιγάρο, τα χέρια του έτρεμαν, δεν τα κατάφερνε. Και φοβήθηκε, φοβήθηκε τους άλλους και πιο πολύ τον εαυτό του. Πίεσε τον εαυτό του να πάρει τα πόδια του και να σμίξει με τους άλλους, μια απόφαση ήταν. Ο εαυτός πείστηκε, μα τα πόδια του δεν πείθονταν με τίποτα, κάτι παραπάνω θα ήξεραν. Και ξαφνικά όλα τού φανερώθηκαν όπως πραγματικά ήταν: Ο ανελέητος ήλιος, το στριμωξίδι στην παραλία, η μυριοκατουρημένη θάλασσα. Και τη νύχτα τα άβολα μαξιλάρια, τα μηχανάκια που ζορίζονται στην ανηφόρα, το μαρτύριο του ύπνου που δεν λέει να έρθει. Και ο μεγαλόψυχος φίλος που θέλει σώνει και καλά να τον χαρτζιλικώσει, λες και δεν κουβαλάνε τα ίδια πλακάκια.
«Γαμώ το καλοκαίρι σας και γαμώ τις διακοπές σας», είπε και γύρισε να πάρει ξανά το λεωφορείο.
Οταν κατέβηκε στη στάση του είχε πιάσει ψύχρα. Και έβρεχε.
Από τις Εκδόσεις Ενύπνιο (2021) κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο του Μ. Αναστασίου, το μυθιστόρημα «Ο λογιστής»
—
Υπό σκιάν
Δέκα πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι γράφουν μια καλοκαιρινή ιστορία. Δέκα συγγραφείς, που τύπωσαν βιβλίο την τελευταία τριετία και απασχόλησαν κριτικούς και αναγνωστικό κοινό, ανταποκρίθηκαν στην πρόταση του «Ανοιχτού Βιβλίου» να θέσουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία τους. Δέκα ανέκδοτα διηγήματα θα μας συντροφεύσουν ώς τις αρχές Σεπτεμβρίου, κουρδισμένα σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, παιγνιώδη, αμφίθυμη, πολιτική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική. Γι’ άλλη μια φορά οι βιβλιοφιλικές σελίδες της «Εφ.Συν.» κι αυτό το καλοκαίρι (κλείνοντας έντεκα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας) εκτός από αναγνωστική πυξίδα σάς προσφέρουν και αναγνωστική απόλαυση.
Μετά τον Βασίλη Τσιμπούκη, τη Μαρία Μανωλέλη, τη Στρατούλα Θεοδωράτου, τον Γιάννη Καρκανεβάτο, την Αρτεμη Ψιλοπούλου και τον Αρη Αλεξανδρή, ακολούθησε ο Μίκης Αναστασίου.
Μ.Φ.
