Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

12 καλοκαιρινά διηγήματα

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Το «Ανοιχτό Βιβλίο», για τρίτη συνεχή χρονιά, στέγασε στις σελίδες του πρωτότυπα καλοκαιρινά διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας, έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες.

Με άλλα λόγια, έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, ενδοσκοπικά, ανατρεπτικά ή αναστοχαστικά, που μας συντροφεύσαν όλο το φετινό καλοκαίρι. Για άλλη μια φορά το «Ανοιχτό Βιβλίο», εκτός από κριτική πυξίδα, προσέφερε και λογοτεχνική απόλαυση.

Mετά τους Α. Παπαντώνη, Δ. Παπαμάρκο, Μ. Ξυλούρη, Ν. Σεβαστάκη, Ν. Μάντη, Δ. Κούρτοβικ, Αλ. Πανσέληνο, Κ. Σωτηρίου, Φ. Ταμβακάκη, Τζ. Γκανάσου και Ι. Μπουραζοπούλου, ο Βασίλης Γκουρογιάννης κλείνει τη φετινή σοδειά θερινών ιστοριών. Καλό φθινόπωρο και του χρόνου πάλι με νέες υπό σκιάν γραφές…

Το χωριό Πετριές είναι ψαροχώρι της Εύβοιας προς την πλευρά του ανοιχτού Αιγαίου, απέναντι από τη Σκύρο. Πάντα άρεσαν σε αυτόν τον ευαίσθητο και παρατηρητικό μεσήλικα οι θαλασσινοί τόποι που είναι εκτεθειμένοι στον θηριώδη κυματισμό του ανοιχτού πελάγους παρότι κατάγεται από μέρη που τη θάλασσα την έβλεπαν μόνον ζωγραφιστή στους σχολικούς χάρτες.

Στις αρχές του καλοκαιριού επισκεπτόταν συστηματικά αυτό το γραφικό ψαροχώρι και η έγνοια του ήταν να περιτριγυρίζει στον γιαλό περιεργαζόμενος τα κάθε φύσεως περίεργα αντικείμενα που παρασέρνουν επί μήνες οι θαλάσσιες χειμερινές φουρτούνες και τα αποθέτουν στην αμμουδιά και στις θαλασσοσπηλιές. Αυτό όλο είναι στη δική του αισθητική ένα είδος μοντέρνας καλλιτεχνικής έκθεσης του τυχαίου και του τραγικού…

Οι μικροί κολπίσκοι του χωριού είναι ιδανικοί τόποι συσσώρευσης πάσης φύσεως αντικειμένων από σπασμένες ψαροκασέλες ώς σαγιονάρες και φτηνιάρικα μπουφάν πνιγμένων λαθρομεταναστών που γράφουν στην ούγια made in Pakistan.

Ο πρώτος περίπατος της κάθε χρονιάς σε αυτές τις ακτές δίνει την αίσθηση ενός ιατροδικαστή ή αστυνομικού που παρατηρεί τα ίχνη και τα πειστήρια για να διαπιστώσει τι είδους εγκλήματα διέπραξε η θάλασσα κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα.

Το περσινό καλοκαίρι για πρώτη και τελευταία φορά τον ακολούθησε στον περίπατο και η γυναίκα του, όχι από ενδιαφέρον να βρει κάτι άξιο λόγου αλλά για να χάσει κάτι, δηλαδή προσδοκώντας να χάσει με το βάδισμα το λίπος του υπογάστριου. Αυτός προπορευόταν σαρώνοντας την ακτή, ξεθάβοντας περίεργα αντικείμενα με τα γυμνά πόδια και, αν κάτι του προξενούσε περισσότερη περιέργεια, γονάτιζε και αφοσιωνόταν για περισσότερο χρόνο πάνω σε αυτό. Απάνω σε σάπια παιδικά παπουτσάκια άφηνε κάποιο δάκρυ.

Στον πρώτο του περίπατο στον ορμίσκο Στόμιο του τράβηξε την περιέργεια ένα παλαιικό χοντρομπούκαλο που ήταν μισοβυθισμένο με τον πυθμένα επάνω. Το ξέθαψε και είδε ότι ήταν σφραγισμένο και πάνω στον φελλό ήταν ένα παχύ στρώμα από διπλωμένο αλουμινόχαρτο περιτυλιγμένο με σύρμα που είχε σκουριάσει. Με το πρώτο άγγιγμα το σύρμα τρίφτηκε και έπεσε.

Το περίεργο σχήμα της φιάλης τον οδήγησε νοερά στη δεκαετία του ‘80 και θυμήθηκε ότι σε τέτοιες φιάλες εμφιάλωνε καλής ποιότητας κρασί η ποτοποιία Μ., που συνεχίζει να υπάρχει, αλλά τώρα έχει αλλάξει αισθητική φιαλών και δημιουργεί φτηνιάρικες ψιλόλιγνες φιάλες με λεπτά τοιχώματα συνθετικού γυαλιού.

Το μπουκάλι που κρατούσε στα χέρια ήταν σφραγισμένο μεν αλλά άδειο από περιεχόμενο και αυτό τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κρατάει μπουκάλι μηνύματος, εφόσον μάλιστα καθώς το κουνούσε άκουγε μέσα του κάτι στέρεο να μετακινείται. Λόγω της πολύχρονης τριβής, η φιάλη είχε θολώσει και ήταν αδιαφανής. Αποφάσισε να την τσακίσει.

Η γυναίκα του ήρθε από πάνω του και κοίταζε με περιέργεια. Την τσάκισε με μία κροκάλα και πήρε με αγωνία στα χέρια του ένα καλοδιπλωμένο αλουμινόχαρτο που προφανώς κάτι άλλο προστάτευε μέσα στις δίπλες του. Ξετυλίγοντας και το θαμπό αλουμινόχαρτο έμεινε στα χέρια του ένα χειρόγραφο, φαινόταν σαν ένα, αλλά στην πραγματικότητα ήταν δύο αγκαλιασμένα μεταξύ τους χειρόγραφα σαν να ήταν στριφτό τσιγάρο.

Τα δύο σημειώματα, γραμμένα με διαφορετικό χέρι το καθένα, είχαν όχι περισσότερες από σαράντα-πενήντα λέξεις υπογεγραμμένες με μικρό όνομα. Το ένα σημείωμα ήταν καλλιγραφημένο και ευανάγνωστο, σαν να ήταν γραμμένο από χέρι γυναίκας και το άλλο ήταν τσαπατσούλικο, εντελώς δυσανάγνωστο και τα γράμματα τύλιγαν τις ουρές μεταξύ τους σαν να ήταν κοπάδι συνωστισμένων μπαμπουίνων πάνω σε τροπικό δέντρο.

Δεν είχε γυαλιά μαζί του και προσφέρθηκε με λαχτάρα η γυναίκα του να διαβάσει που τα φορούσε μονίμως τα γυαλιά. Ηταν συνταξιούχος φιλόλογος η γυναίκα του και ήταν σε θέση να διαβάζει κακογραφίες, έστω και αν είχαν επιδεινωθεί με το άπλωμα της μελάνης λόγω της υγρασίας. Αρχισε πρώτα από το καλλιγραφημένο. Το γυναικείο μάτι έπεσε στην υπογραφή. Το υπέγραφε κάποια Εφη και πάνω από την υπογραφή οι λέξεις «Love for ever» και πιο πάνω «For ever Σκύρος 21-7-198…»

Μετά άρχισε το διάβασμα φωναχτά, αυτός κοίταζε τα σημειώματα, αλλά του φαίνονταν αξεδιάλυτα λόγω της μυωπίας του και του άφηναν την αίσθηση χειρογράφων που ξεχάστηκαν σε κάποια τσέπη ρούχου που πλύθηκε σε πλυντήριο. Ομως άκουγε. Το κεφάλι του είχε υψωθεί σαν το κεφάλι της σαύρας που παρακολουθεί εχθρικούς ήχους τριγύρω παρότι άκουγε τρυφερόλογα.

Η γυναίκα τελείωσε την ανάγνωση και το πρόσωπό της είχε χαρακωθεί από τη συγκίνηση. Ηταν μπροστά της ένας ιδανικός άγνωστος έρωτας κάποιας άγνωστης ιδανικής γυναίκας και δεν αφήνει η ανάγνωση καμία ηλικιωμένη γυναίκα ασυγκίνητη εφόσον υποπτεύεται εκ πείρας την κατάληξη που έχει κάθε ιδανικό. Εκλεισε αναστενάζοντας με τις λέξεις «Καημένη Εφη, ποιος ξέρει πού βρίσκεται τώρα αυτό το γαϊδούρι, αν ζει». Μετά βάλθηκε να συλλαβίζει το κακογραμμένο σημείωμα.

Οσο προχωρούσε η ανάγνωση έπαυε να φωνάζει δυνατά και μουρμούριζε μέχρι που έπαψε πλέον να ακούγεται. Αυτός παρατηρούσε το πρόσωπό της να πρήζεται από ένταση, να ξεροκαταπίνει ο λαιμός της, να τον κοιτάζει σαν τέρας που το ξέβρασε η θάλασσα μπροστά της. Την άκουγε να βρίζει αγκομαχώντας «Είναι το λάμδα σου, γαϊδούρι, είναι το κάπα σου, κτήνος, υποκριτή, γαϊδούρι».

Υστερα έπεσε φαρδιά πλατιά στη νωπή αμμουδιά με κλεισμένα μάτια. Ανασηκωνόταν η κοιλιά της σαν να έκανε τανυσμούς γέννας, αυτός κουβαλούσε χούφτες νερό από τη θάλασσα να τη συνεφέρει. Κουβαλώντας νερό θυμήθηκε το Εφάκι, το ελαφάκι στη Σκύρο εκείνο το καλοκαίρι, θυμήθηκε τις θαλασσοσπηλιές όπου πάγωναν το εμφιαλωμένο κρασί στον δροσερό βυθό.

Οταν τη συνέφερε, από την πάμπλουτη ελληνική γλώσσα που ως φιλόλογος ήξερε χιλιάδες ωραίες λέξεις της, αυτή χρησιμοποιούσε πάλι το γαϊδούρι, το γουρούνι, το σκουλήκι και επαναλάμβανε την υποτιμητική φράση «Α… την παλιοπουτάνα!» Στο τέλος αγανάκτησε. Αντέδρασε. «Γιατί τη λες πουτάνα, κυρία μου; Επειδή έπινε εμφιαλωμένο πριν από τριάντα χρόνια στις θαλασσοσπηλιές της Σκύρου;»

*Τελευταίο βιβλίο του Β. Γκουρογιάννη είναι το «Σενάριο αθανασίας» (Μεταίχμιο, 2015)