Πολυβραβευμένη, μεταφρασμένη σε πολλές γλώσσες, μία από τις σημαντικότερες πεζογράφους της γενιάς της, με θητεία επίσης στην ποίηση και στο δοκίμιο, η Ρέα Γαλανάκη επανέρχεται με το αρχιτεκτονικά δομημένο μυθιστόρημα «Η Ακρα Ταπείνωση», ένα βιβλίο νηφαλιότητας, ωριμότητας και σοφής επιείκειας για τα ανθρώπινα.
Η ιστορία της αναφέρεται στη ζωή δύο ηλικιωμένων γυναικών, της Νύμφης, πρώην Θεονύμφης, και της Τειρεσίας, γλωσσική παραφθορά του πραγματικού της ονόματος Θηρεσία, μέσα σ’ έναν ξενώνα-κλινική για ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, όπου βρέθηκαν να συνυπάρχουν τυχαία. Οι δύο γυναίκες, γύρω στα εβδομήντα σήμερα, υπήρξαν καθηγήτριες, καλλιτεχνικών η πρώτη, φιλόλογος η δεύτερη, και υπηρέτησαν στη μέση εκπαίδευση.
Η Τειρεσία, εσαεί ανύμφευτος, που έχει και κάποιες αδιόρατες μαντικές ικανότητες, όπως και ο παλιός εκείνος μάντης, στέκεται στο παράθυρο και μελετά «ζωή και θάνατο» του απέναντι δρόμου και του απέναντι «γκριζορόδινου σπιτιού», συντροφευόμενη από τον αγαπημένο της γάτο Βαλτάσαρ. Η Νύμφη, σύζυγος γνωστού πολιτικού, παραιτημένη στον σχεδόν διασαλευμένο κόσμο της, περιμένει εναγωνίως κάθε φορά την επίσκεψη του γιου της Ορέστη, για να γεμίσει το καθημερινό της κενό.
Κάποια μέρα οι δύο γυναίκες δραπετεύουν από το σπίτι, πλησιάζουν στο Σύνταγμα και βρίσκονται στην καρδιά των γεγονότων της 12ης Φεβρουαρίου 2012, τη νύχτα που πυρπολήθηκε η Αθήνα και κάηκε ο ιστορικός κινηματογράφος Αττικόν.
Θέλουν κι αυτές να διαδηλώσουν, διεκδικώντας τα δικαιώματά τους: όχι άλλη μείωση στην πενιχρή πλέον σύνταξή τους, όχι κλείσιμο του ξενώνα και ξανά επιστροφή στο άσυλο. Μέσα στον κόσμο βρίσκουν τον εαυτό τους και επαναπροσδιορίζουν τη ζωή τους, αφού περάσουν μια ανεκδιήγητη περιπέτεια επαιτείας και συναγελαστούν με τους άστεγους της πόλης.
Υπολογισμένη και εμπρόθετη θεωρώ από τη συγγραφέα την προβληματική συμπεριφορά των δύο «αλαφροΐσκιωτων και άκακων καθηγητριών», που άλλοτε αφήνονται παθητικά στα χέρια επιτήδειων και άλλοτε κινούνται εντός φυσιολογικών ορίων παίρνοντας πρωτοβουλίες για τις κινήσεις τους.
Χρησιμοποιεί τις δύο «ημίτρελες» κυρίες ως αφορμή για να προχωρήσει σε κοινωνικοπολιτική αποτίμηση της σύγχρονης Αθήνας, μέσα στο γενικευμένο παράλογο κλίμα της κρίσης, της παγκοσμιοποίησης και της Ενωμένης Ευρώπης.
Η ιστορία της πόλης περνά έμμεσα μέσα από τα στοιχεία εκείνα που τη χαρακτηρίζουν: τη δημοκρατία, την αρχαία τραγωδία, τα μνημεία της. Ενας ύμνος και ένα ρέκβιεμ για την περιλάλητη πόλη που ψυχορραγεί∙ άνθρωποι απελπισμένοι, θλίψη και θυμός, διαμαρτυρία και οργή.
Με αφηγηματική δεινότητα, ο λόγος της Γαλανάκη κινείται σε δύο βασικούς άξονες: έναν τριτοπρόσωπο που περιγράφει εξ αντικειμένου τα γεγονότα και έναν δευτεροπρόσωπο με τον οποίο ο αφηγητής απευθύνεται στην Τειρεσία – η παλιά φιλόλογος, και όχι μόνον αυτή, εικάζουμε ότι έχει αφομοιώσει στη ζωή της πολλά από τα προσωπικά και ιστορικά βιώματα της συγγραφέως, παραλλαγμένα, ως το εικός, ή μπολιασμένα με άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αληθοφανή στοιχεία.
Αλλά δεν λείπει και ο πρωτοπρόσωπος μονόλογος του άστεγου, στο δέκατο τρίτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου.
Η αφήγηση προχωράει με διαρκείς αναδρομές στο παρελθόν των δύο γυναικών και στη μοίρα της Ελλάδας, από την Κατοχή και δώθε, με εμμονή στα γεγονότα του Πολυτεχνείου -γενιά στην οποία ανήκουν οι δύο πρωταγωνίστριες και η συγγραφέας- αλλά και στα πυρφόρα συμβάντα της πόλης, το 2008 και το 2011.
Σε γλώσσα λογοτεχνική, η καταγραφή της ζέουσας πραγματικότητας έχει να αντιπαλέψει προς τον φόβο της μεροληψίας και της μονόπαντης εκδοχής, κάτι που η Γαλανάκη αντιμετωπίζει με γνώση και τέχνη. Η ποιητική πολλές φορές αφήγησή της, με τρυφερές λέξεις και εικόνες ολοζώντανες που ηπιώνουν την ανάγνωση, σώζει τον λόγο από τη στέγνια του ιστορικού συμβάντος, δεδομένου ότι το βιβλίο εμπεριέχει αρκετά στοιχεία πολιτικού δοκιμίου.
Η Ακρα Ταπείνωση, με κεφαλαία τα πρώτα γράμματα, η ταπείνωση της ζωής, η ταπείνωση της αξιοπρέπειας, η ταπείνωση του δρόμου, θα μπορούσε να πυροδοτήσει ατέρμονες συζητήσεις σχετικά με τον ιστορικό ρόλο της περιώνυμης γενιάς του Πολυτεχνείου, σε ό,τι αφορά την ηρωοποίηση αλλά και την απομυθοποίησή της.
Λόγος και αντίλογος για τους επιπλεύσαντες και τους ηττημένους, για τους κατήγορους και τους υπερασπιστές της. Η ίδια η Γαλανάκη, που έζησε τα γεγονότα από μέσα, αρνείται να αμαυρώσει τη μοναδικότητά τους, διαθέτοντας την αμεροληψία και την αντικειμενικότητα του σκεπτόμενου αριστερού.
Με όρους, ονόματα και συνθήκες αρχαίας τραγωδίας εξελίσσονται και οι ιστορίες των ηρώων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας αξιοποιεί τις αρχαιολογικές της σπουδές και εκμεταλλεύεται τους μύθους ως κλειδί ερμηνείας της πραγματικότητας (δες την περίπτωση αρπαγής της Ευρώπης από τον ταυρόμορφο Δία και την «ανθρωποφάγο» εξέλιξή της).
Ολοκληρωμένοι χαρακτήρες τόσο οι κεντρικές φιγούρες των δύο γυναικών όσο και οι δευτεραγωνιστές: η οικονόμος Κατερίνα που φροντίζει τις δύο γυναίκες και ο χρυσαυγίτης γιος της Τάκης∙ ο αντιεξουσιαστής γιος της Νύμφης Ορέστης∙ η κοινωνική λειτουργός Δανάη∙ η Αιγυπτία βοηθός Γιασμίν με το ανήλικο Μαηλάκι της∙ ο ιδιοκτήτης της πανσιόν που αναφέρεται με το όνομα πατριάρχης.
Πολυεπίπεδο εν είδει παλίμψηστου το εσωτερικό της αφήγησης, ανοίγει στον αναγνώστη πολλές προοπτικές πρόσληψης. Πέρα από την εν θερμώ παρουσίαση της κρίσης, θίγονται θεμελιώδη κοινωνικά θέματα, όπως εκείνο της ατομικής και συλλογικής ευθύνης, της διεκδίκησης της ελευθερίας, της ενοχής (ηθελημένης ή αθέλητης), των γονεϊκών σχέσεων, του φυλετικού ρατσισμού.
Το δυαδικό σύστημα δουλεύει αρκετά στην αφήγηση. Τα βασικά δίπολα που απασχολούν τη Γαλάνάκη είναι: χρόνος και μνήμη, νιάτα και γηρατειά, μύθος και πραγματικότητα. Συχνά καταφεύγει στη σύγκριση-αντίθεση, ανάμεσα σε λέξεις, έννοιες, καταστάσεις.
Στην Ακρα Ταπείνωση, αναμετριούνται οι γενιές με τα πεπραγμένα τους. Το βιβλίο, στο οποίο υπάρχει κάθαρση και ισορροπία, τελειώνει με την κυριαρχία του αισθήματος επί της λογικής: «Δεν είχες, όμως, άλλο αντίδοτο στο φόβο από την αγάπη», είναι η τελευταία φράση.
