Ο Χρήστος Οικονόμου, καταξιωμένος συγγραφέας της γενιάς μου, με πλήθος διακρίσεις στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό, στο πέμπτο του βιβλίο με τίτλο «Πες της» απομακρύνεται ειδολογικά από το διήγημα, με το οποίο έχει καταπιαστεί σε όλα τα προηγούμενα βιβλία του, χωρίς όμως να κόψει το νήμα που συνδέει την αφήγηση με τη μικρή φόρμα.
Ετσι, το «Πες της», ενώ έχει το μέγεθος νουβέλας, θα μπορούσε να αποτελεί μια συρραφή από σύντομες μικροαφηγήσεις, κάποιες από τις οποίες ολοκληρώνονται μέσα σε λίγες φράσεις ενώ οι εκτενέστερες καλύπτουν λίγες σελίδες. Ο συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους είναι η αφηγήτρια.
Μια γυναίκα για την οποία δεν μαθαίνουμε τίποτε άλλο παρεκτός το επάγγελμά της: εργάζεται ως κούριερ, παραλαμβάνει και παραδίδει γράμματα και δέματα και με αυτή της την ιδιότητα γίνεται μάρτυρας σκηνών που λαμβάνουν χώρα στο λεκανοπέδιο της Αττικής –ως επί το πλείστον στο κέντρο της Αθήνας και στα δυτικά προάστια– αλλά και στην Κρήτη.
Η επιλογή μιας αφηγήτριας η οποία, ενώ είναι δραματοποιημένη (αποτελεί δηλαδή μέρος του θιάσου των ηρώων), δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, αντίθετα περιορίζεται σε αυτόν του παρατηρητή, προσφέρει στον συγγραφέα ένα διπλό πλεονέκτημα: αυτό της απόστασης που συνοδεύει παραδοσιακά την τριτοπρόσωπη αφήγηση αλλά και αυτό της προσωπικής μαρτυρίας, όπλο στα χέρια της πρωτοπρόσωπης γραφής.
Παρόμοιο ρόλο θα μπορούσε να παίζει λόγου χάρη ένας θυρωρός, ένας οδηγός ταξί, ένας εισπράκτορας σε λεωφορείο, όμως η επιλογή μιας κούριερ προσφέρει το πρόσθετο πλεονέκτημα της εισβολής στον χώρο των ηρώων, κι έτσι παραδίδει στον αναγνώστη μικρά «πακέτα» οικιακών σκηνών, «καρτ ποστάλ» με ενσταντανέ από τη ζωή αγνώστων, «επιστολές» με λόγια που ανταλλάχθηκαν, υπονοήθηκαν, αιωρήθηκαν με επιμονή, όπως η αινιγματική φράση «Πες της σ’ αγαπάω πολύ και δεν θα το ξανακάνω», που επαναλαμβάνεται στη διάρκεια της πλοκής σαν προσευχή και αποκτά το πλήρες νόημά της μόνο στις τελευταίες σελίδες.
Η κούριερ μπαινοβγαίνει σε σπίτια όπως θα μπαινόβγαινε ένας θεατής σε διάφορες θεατρικές σκηνές, όπως θα ξεφύλλιζε ένας επισκέπτης βιβλιοθήκης σελίδες από βιβλία που στριμώχνονται στα ράφια.
Στην πραγματικότητα, η κούριερ παραλαμβάνει και παραδίδει ιστορίες –αυτό που κάνει κι ένας συγγραφέας– δημιουργώντας έναν ιστό από αφηγήσεις, μια πλεχτή ζακέτα που ενίοτε την προσφέρει στη φίλη της τη Λένα, ζεσταίνοντάς τη με τη θαλπωρή παράδοξων κι αστείων συμβάντων, καθώς ξενυχτούν οι δυο τους σ’ ένα ταρατσάκι με θέα το λεκανοπέδιο.
«Τι παρηγοριά κι αυτή, ν’ ακούς άνθρωπο να γελάει στα σκοτεινά, ήρεμα σαν ν’ ανασαίνει, και να παίρνει ο νυχτερινός άνεμος το γέλιο και να το σκορπίζει, όχι για να σβήσει, αλλά για να πάει παντού, ν’ αντιλαλήσει στους δρόμους και στα στενά, να ξεχυθεί μέσα απ’ τους τοίχους, τα κλειστά παράθυρα, τις κλειδωμένες πόρτες, κι ύστερα πάλι έξω, πάρκα, πλατείες, εργοστάσια, λιμάνια, το γέλιο που κάνει το εγώ εσύ, το εδώ εκεί, που μεγαλώνει τις θάλασσες και τους ουρανούς, ο θάνατος δεν θα σε βρει αν έχεις πεθάνει ήδη, αν είσαι κιόλας κάποιος άλλος, κάτι άλλο, αν είσαι ήδη όλα και παντού, όταν όλα θα ’χουν τελειώσει, είπε ο τρελοκαπελάς στη Φιλοκτήτου, το μόνο που θα απομείνει είναι η ιστορία για το πώς τέλειωσε ο κόσμος, κι ας μην υπάρχει κανείς να την πει και κανείς να την ακούσει».
Το γαϊτανάκι των ιστοριών, ο παράξενος αυτός χορός που τον σέρνει η κούριερ περνώντας από σπίτια, δρόμους και γειτονιές, προσφέρει στον αναγνώστη αυτήν ακριβώς τη μέθεξη για την οποία μιλάει το προηγούμενο απόσπασμα, μεταλαμβάνουμε μπουκιές από το σώμα του τόπου όπου ζούμε, γινόμαστε κοινωνοί μιας ιστορίας, η οποία, αν και τη βιώνουμε θραυσματικά, δεν παύει να είναι ένα ποτάμι που μας περιέχει.
Ο Οικονόμου, χρησιμοποιώντας άλλοτε κοφτές, στεγνές φράσεις κι άλλοτε έναν μακροπερίοδο λόγο που πάλλεται από αίσθημα, φτιάχνει μια σύγχρονη τοιχογραφία με εργαλεία το χιούμορ, τον σαρκασμό αλλά και την ποίηση· ένα ψηφιδωτό που σε κάθε ψηφίδα του καθρεφτίζεται η παράξενη, γελοία και συγκινητική ανθρώπινη κατάσταση.
