Δεν ήθελα να κλείσω το μαγαζί, αλλά ήταν το πρώτο Πάσχα της μάνας χωρίς την Ελενα. Ετσι βρίσκουμε μια φτηνή πτήση από το Hahn και προσγειωνόμαστε Κέρκυρα Μεγάλη Πέμπτη. Ενα ταξί, του οποίου ο οδηγός ακούει όπερα, μας φέρνει στο λιμάνι.
«Σου αρέσει όντως αυτό, ρε φίλε;», ρωτάω καθώς πληρώνω.
«Σε ποιον δεν αρέσει, κύριε;», απαντάει χαμογελώντας.
Βγάζουμε εισιτήρια και περιμένουμε να ξεφορτώσει το φέρι για να μπούμε. Ο Πέτρος στο κινητό, η μικρή επάνω στη βαλίτσα· δίπλα της η Γιούντιθ, με τα μαύρα γυαλιά, ανάβει τσιγάρο μ’ εκείνο τον χαρακτηριστικό μορφασμό στην άκρη των χειλιών. Ούτε αυτό δεν την ασχημαίνει, σκέφτομαι.
Στο φέρι ο Πέτρος διαρκώς στο κινητό. Η μικρή θέλει παγωτό, πάνε με τη Γιούντιθ να πάρουν.
«Willst du Kaffee?»1, ρωτάει καθώς απομακρύνεται.
«Αν πάρεις δικό σου ίσως σου πιω μια γουλιά», φωνάζω.
Επιστρέφουν με δύο παγωτά.
«Ich hatte schließlich keine Lust auf Kaffee»2, λέει κι εγώ κουμπώνομαι γιατί φυσάει καθώς το πλοίο βγαίνει απ’ το λιμάνι.
Ωρα μετά: η Ηγουμενίτσα στον ορίζοντα, ο ήλιος ψηλά, οι επιβάτες απλωμένοι στην κουπαστή. Η μικρή κοιμάται στα πόδια της μητέρας της που κοιμάται κι εκείνη. Καθώς το πλοίο δένει, ο κόσμος στριμώχνεται μπροστά στον μισάνοιχτο καταπέλτη. Τα αυτοκίνητα βάζουν μπρος, ένας-δύο τύποι σηκώνονται στις μύτες των ποδιών σκανάροντας το πλήθος που περιμένει στην αποβάθρα. Ωσπου να βγούμε και να σπρώξουμε τις βαλίτσες στην άκρη, γύρω μας οι αγκαλιές έχουν δοθεί, οι αποσκευές έχουν φορτωθεί, τα αυτοκινήτων έχουν ξεκινήσει.
«Της είπα να μην έρθει», λέω στη Γιούντιθ, «φοβάται να οδηγάει πια. Θα βρούμε ταξί». Εκείνη μου γνέφει κι ανάβει τσιγάρο.
Μπροστά στο σπίτι η μυρωδιά της αρμύρας ανακατεύεται με την όξινη από τις ελιές. Σπρώχνω την πόρτα του κήπου και σέρνουμε τις βαλίτσες στο χαλίκι. Θα ορκιζόμουν πως δεν μένει ψυχή εδώ.
«Μάνα», λέω χωρίς να φωνάζω.
Προς στιγμή φοβάμαι πως ίσως τη βρούμε νεκρή. Ο Πέτρος κάθεται στο πλατύσκαλο, η μικρή αφήνει το χέρι της Γιούντιθ και μπαίνει τρέχοντας στο σπίτι. Βγαίνει κρατώντας τη γιαγιά της απ’ το χέρι, τα μαλλιά της ανακατεμένα από τον ύπνο.
«Σε ξυπνήσαμε, μάνα;»
«Οχι», λέει και μας φιλάει έναν έναν σταυρωτά. «Εχει φαγητό στον φούρνο».
Πρωί Μεγάλης Παρασκευής: περιμένω στα ΚΤΕΛ την αδερφή μου. Στη διαδρομή προς το σπίτι, στο Τογιότα του πατέρα, οι δίδυμες τραγουδάνε, εκείνη ψιθυρίζει πως βγήκε το διαζύγιο, «τέλος». Στο ραδιόφωνο μόνο διαφημίσεις ή εκκλησία.
Στο σπίτι, οι δίδυμες και η μικρή παίζουν στην αυλή, ο Πέτρος στο δωμάτιό του, η Γιούντιθ κι η αδερφή μου καπνίζουν στην κουζίνα. Η μάνα, ακόμα με τη ρόμπα, με πλησιάζει:
«Πάει σχεδόν χρόνος που έφυγε η νονά σου—»
«Πέθανε ρε μάνα, δεν πήγε ταξίδι»
«Δεν θέλω να λέω έτσι»
«Και η Ελενα και ο μπαμπάς πέθαναν. Κι εγώ θα πεθάνω»
«Δεν θα ‘μαι εδώ να το δω»
«Ποτέ δεν—»
«Αϊ στο διάολο, Τάσο, μεσημεριάτικα»
Πριν από τον Επιτάφιο περνάμε από τα μνήματα. Του πατέρα στη μια άκρη του νεκροταφείου, της Ελενας στην άλλη. Μόλις πέθανε ο πατέρας, η Ελενα μετακόμισε με τη μάνα· σχεδόν δυο χρόνια μαζί.
«Τον Σεπτέμβρη είναι να ξεθάψουμε τον πατέρα σου», μου λέει όσο ακολουθούμε τον Επιτάφιο. «Και το μεθεπόμενο καλοκαίρι την Ελενα. Εκτός αν το καθυστερήσω λίγο»
Της γνέφω.
«Αν βάλω τα οστεοφυλάκιά τους δίπλα δίπλα, θα τσακώνονται για το ΚΚΕ;»
Γελάει, γελάω κι εγώ.
Η μικρή αποκοιμιέται· η Γιούντιθ μένει μαζί της, εμείς πάμε στην Ανάσταση. Γυρνάμε και λέω να κάνω τον σταυρό στην κάσα της πόρτας. Η μάνα με σταματάει.
«Τώρα που έφυγε ο πατέρας σου, θα τον κάνει ο άλλος Πέτρος», λέει κι ο εγγονός του πατέρα μου μουντζουρώνει την κάσα με τη φλόγα της λαμπάδας. Οι δίδυμες χειροκροτούν.
Στο τραπέζι η αδερφή μου λέει πως ζητούσα από τη νονά μου λαμπάδα ώς τα τριάντα μου.
«Αλήθεια είναι», λέει η μάνα στη Γιούντιθ που μορφάζει όπως όταν ανάβει τσιγάρο.
Υστερα, καθώς αλλάζουμε στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου —όπου αργότερα κοιμόταν η Ελενα, αφού η μάνα χρόνια τώρα δεν αποχωρίζεται τον καναπέ— γυρίζω και της λέω ευχαριστώ.
«Επειδή ήρθες μαζί κι ας μη σου είναι εύκολο», λέω.
«Bleib ruhig»3, λέει εκείνη με το κεφάλι στο μαξιλάρι και την πλάτη γυρισμένη. Και στο δωμάτιο απλώνεται τέτοια ησυχία, λες κι έπεφτε χιόνι μέσα στους τέσσερις τοίχους.
1 «Θέλεις καφέ;»
2 «Τελικά δεν ήθελα καφέ»
3 «Κάνε ησυχία»
● Τελευταίο βιβλίο του είναι η ποιητική σύνθεση «bildungsroman» (Κίχλη, 2021)
