Από την εποχή του Παύλου Νιρβάνα και του Ανδρέα Καρκαβίτσα μέχρι την κοντινή μας του Αριστοτέλη Νικολαΐδη, του Γιώργου Χειμωνά, του Ηλία Παπαδημητρακόπουλου και πολλών άλλων, δεν είναι ευκαταφρόνητος ο αριθμός των γιατρών που ασχολήθηκαν με την πεζογραφία, είτε μεταφέροντας στο χαρτί τις εμπειρίες τους είτε πειραματιζόμενοι σε ποικίλες εκδοχές μυθοπλασίας.
Η Μαρία Δριμή είναι ιατρός εντατικολόγος αλλά και πτυχιούχος φιλολογίας και έχει περάσει από εργαστήρια δημιουργικής και θεατρικής γραφής. Απότοκο των πολλαπλών ενδιαφερόντων της η νουβέλα Ρωγμή στον τοίχο με κεντρικό πυρήνα τη δυσκολία στις ανθρώπινες σχέσεις και την ασυνέχεια στην επικοινωνία.
Η ρωγμή για την οποία μιλάει δεν είναι μόνο στον τοίχο, ανάμεσα σε δύο γειτονικά διαμερίσματα, συμβαίνει και στο εσωτερικό των ηρώων και επαναπροσδιορίζει τη θέση τους στη ζωή. Το πρώτο θέμα που προβάλλει είναι οι ταραγμένες σχέσεις πατέρα-γιου. Ενα δεύτερο ο τρόπος που αντιμετωπίζει μια οικογένεια την ατυχία ενός προβληματικού παιδιού. Ενα τρίτο, ίσως το κομβικό, οι σχέσεις συγγραφέα και εκδότη αλλά και η αυτοαναφορικότητα της γραφής.
Το βιβλίο είναι γραμμένο σε δύο επίπεδα που διακρίνονται τυποτεχνικά από την εναλλαγή όρθιων και πλάγιων τυπογραφικών στοιχείων. Στο ένα η τριτοπρόσωπη αφήγηση για έναν εξηνταπεντάχρονο εκδότη, του οποίου το όνομα δεν αναφέρεται, παρά μόνον ο τίτλος του εκδοτικού του οίκου, Ρωγμή∙ στο άλλο η νουβέλα του ηθοποιού Μάρκου Σελαβή Ράγισμα στον τοίχο, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
Ο εκδότης, όταν ο γιος του υποβάλλει στον δικό του εκδοτικό οίκο ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στον πατέρα του σκληρά, με κακία, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, το απορρίπτει, παρότι αναγνωρίζει την αξία του. Ο γιος όμως το έβγαλε σε άλλον εκδοτικό οίκο, με λογοτεχνικό ψευδώνυμο, εκδικούμενος αλλιώς τον πατέρα του, και το βιβλίο γνώρισε απανωτές εκδόσεις.
Η νουβέλα του Σελαβή, που δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, αναφέρεται στις φιλικές σχέσεις τις οποίες αναπτύσσει ο φοιτητής της ιατρικής Μάρκος Σελαβής με το γειτονικό στο διαμέρισμά του μεσήλικο ζευγάρι, του Ευριπίδη Οικονομίδη και της Ελενας Χριστοφόρου, οι οποίοι μεγαλώνουν, με ιδιαίτερη στοργή, ένα δύσμορφο και προβληματικό παιδί, την Αγνή. Διακριτικό αλλά βαρύνοντα ρόλο παίζει και η φίλη του Μάρκου, Αννα, φοιτήτρια της ιατρικής και αυτή. Οσο ανοιγόμαστε στους ανθρώπους ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας, ενισχύοντας την αυτογνωσία μας.
Ενα βιβλίο ενηλικίωσης, αυτοπροσδιορισμού και επανασημασιοδότησης της ζωής, απότοκο της καραντίνας, με πολλά αξιοπρόσεκτα σημεία. Δουλεμένη γλώσσα, ψυχογραφικές παρατηρήσεις, ευανάγνωστες διακειμενικές σχέσεις, εύστοχες παρομοιώσεις, επαναληπτικές φράσεις ως συνδετικός κρίκος.
Αφήνω ασχολίαστη την ανατρεπτική έκπληξη του τέλους που αφορά την ταυτότητα των ηρώων.
Κατ’ οίκον ιατρική επίσκεψη

«Κατ’ οίκον ιατρική επίσκεψη στο σπίτι του αναγνώστη, όχι για να ασκήσει την ιατρική, αλλά για να διηγηθεί ιστορίες της ζωής του» συστήνει, στον πρόλογο, το πρώτο του πεζογραφικό βιβλίο ο διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής του Νοσοκομείου Ξάνθης, ο Κύπριος Γεώργιος Γεωργίου.
Από το ΑΧΕΠΑ στη Θεσσαλονίκη μέχρι το μακρινό Baragwanath στο Γιοχάνεσμπουργκ οι εμπειρίες του. Διαβητικοί και καρκινοπαθείς, εμφραγματίες και εγκεφαλικά, άνθρωποι με αναπνευστικές ανεπάρκειες και κολικούς χοληφόρων, θύματα τροχαίων, οι πελάτες του. Ο Γεωργίου κοιτάζει με συμπάθεια τα πρόσωπα στα «Επείγοντα περιστατικά» και «μετά επιστρέφ[ει] στην πραγματικότητα της εφημερίας». Με ψυχραιμία μιλά για τον ρόλο της επιστήμης στα ανίατα νοσήματα όπως η «Πλάγια μυατροφική σκλήρυνση».
Ευαισθησία και ενσυναίσθηση, ελεγχόμενη συμμετοχή στον πόνο των άλλων, στα όρια που επιτάσσει η καθημερινή τριβή, προστατεύει από την υπερβολή και το υπερεκχειλίζον συναίσθημα.
Συχνά τα διηγήματα αρχίζουν και τελειώνουν κυκλικά. Αλλοτε, μετά από μια έντονη αφήγηση, ο συγγραφέας ηπιώνει με εικόνα ειρηνική το τέλος. Λέξεις όμορφες, εύηχες και ακριβείς στην περιγραφή μιας νόσου ή των ιατρικών υλικών υπενθυμίζουν το εύπλαστο της γλώσσας: ταχυπνοϊκός, χολολιθίαση, ενδοφλέβια παρακέντηση, περιχειρίδες στους καρπούς, στοματοφαρυγγικός αεραγωγός, κ.ά.
Τα διηγήματα του Γεωργίου θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως ένα σπονδυλωτό χρονικό της ζωής του, ενταγμένης στον χωροχρόνο της εποχής που έζησε. Αναφορά στα παιδικά και νεανικά του χρόνια, στον πόλεμο του ’74 στην Κύπρο και στις ιατρικές του εμπειρίες. Ενδιαφέρον μεγάλο παρουσιάζουν τα διηγήματα που αναφέρονται στην Κύπρο. Εντονη παραμένει στη μνήμη του αναγνώστη η γιαγιά «η Χατζή-Φωτεινή η Μικρασιάτισσα. Ενας ιδιόρρυθμος χαρακτήρας, πεισματικά ανένταχτη στα ήθη και στα έθιμα της κυπριακής κοινωνίας». Καταγόμενη από την Αλάγια, «η γλώσσα της δεν τα γύριζε τα ελληνικά […] Με πολιτικο-διπλωματικούς όρους ήταν μια τουρκόφωνη χριστιανή, Οθωμανή υπήκοος, με ελληνική συνείδηση», πόσο απόλυτα αν και οξύμωρα δίνεται η ταυτότητα της γιαγιάς.
Χρειάζεται τέχνη για να αντλήσει κανείς από βιωμένα περιστατικά υλικό μυθοπλασίας. Αν και στην περίπτωση τόσο των ιατρικών περιστατικών όσο και της πολύπαθης Κύπρου, η μυθοπλασία περιττεύει.
