ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δέσποινα Παπαστάθη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεινή δοκιμιογράφος, μεταφράστρια, πρωταρχικά, όμως, ποιήτρια, η Λύντια Στεφάνου (1927-2013) με ένθερμα λυρική φωνή και στοχαστική διάθεση ανήκει στη χορεία των σύγχρονων δημιουργών που παρά την αδιαμφισβήτητη αξία τους «δεν συμπαρατάχθηκαν στις πρώτες γραμμές της δημοσιότητας μαζί με άλλα, γνωστότερα ονόματα της λογοτεχνίας μας», όπως ορθά επισημαίνει ο Αλέξης Ζήρας στο προοίμιο της παρούσας κριτικής μελέτης του.

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο της ποιήτριας, ο Ζήρας συνεχίζει με εμβρίθεια και ευαισθησία τον κριτικό διάλογο με το έργο της, τον οποίο διατήρησε σε όλη τη διάρκεια της ποιητικής της πορείας.

Η Στεφάνου εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1944, δημοσιεύοντας στο περιοδικό Νεανική Φωνή και στη συνέχεια σε «βραχύβια περιοδικά των αμέσως μεταπολεμικών και μετακατοχικών χρόνων» (σ. 15).

Μεγαλωμένη σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που ευνόησε προνομιακά την πνευματική της συγκρότηση και έχοντας βαθιά χαραγμένα «στο βιωματικό της αποθετήριο» τις τραγικές –και συνάμα έντονα αγωνιστικές– κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες του εγγύς μεταπολέμου, η ποιήτρια εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή, τα Ποιήματα (1958). Ακολουθούν τέσσερις συλλογές με κορυφαία στιγμή την ποιητική γέννηση του Υκ, ως εξωκοσμικού θρύλου, ως συμβόλου «της ανάγκης να επιστρέψει ο άνθρωπος σ’ ένα εύρυθμο, ισορροπημένο από τους δικούς του κανόνες σύμπαν» (σ. 64).

Η λυρική μέθοδος της Λύντιας Στεφάνου

Ο Αλέξης Ζήρας στο πρώτο μέρος του βιβλίου του –που χωρίζεται σε δέκα ενότητες– παρουσιάζει με όρους κριτικής δεοντολογίας και με λογοτεχνική αξιοσύνη την αυθεντικότητα των καταστάσεων –εξωτερικών και εσωτερικών– μέσα στις οποίες μέστωσε η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου.

Η ποιήτρια, όπως πολλοί συνοδοιπόροι της, στα αμέσως μετεμφυλιακά χρόνια επιλέγει τον αναστοχασμό, την περίσκεψη και την αναδίπλωση απέναντι στην τέχνη της. Η θητεία της στη Νέα Κριτική και τον Φορμαλισμό ήταν καθοριστική για τη σύλληψη του λογοτεχνικού κειμένου σαν «αυτούσιο “γεγονός” εγκιβωτισμού, μέσω της εκ του σύνεγγυς ανάγνωσης» (σ. 27).

Η φωνή της Στεφάνου παλινδρομεί ανάμεσα στο προσγειωμένο στα ανθρώπινα μέτρα και στο αναπεπταμένα ουράνιο, αναζητώντας την ποιητική της ιθαγένεια σε ένα «μείγμα βιωμάτων, αναγνώσεων, εγκολπώσεων και αναμνήσεων της περιόδου 1940-1960» (σ. 39).

Το πρότυπο των προτύπων για τη Στεφάνου, όπως εύστοχα υποστηρίζει ο Ζήρας, είναι ο Ντίλαν Τόμας, του οποίου η ποίηση «ερχόταν ως συνεχής απάντηση ζωής απέναντι στα ερείπια που ορθώνονταν γύρω του» (σ. 42). Ο Ζήρας αναπτύσσει διεξοδικά τις λυρικές, αισθητικές και οντολογικές οφειλές της ποιήτριας και κριτικού Στεφάνου στην ποίηση του Τόμας.

Ο λυρικός τόνος στη γλώσσα του Τόμας σε συνδυασμό με την προσδοκία της αλληλεγγυότητας, με ό,τι προσδίδει αξία στον άνθρωπο, ο αγώνας του να βγει μέσω της ποίησης από το σκοτάδι, αποτέλεσαν για τη Στεφάνου τον πυρήνα του ποιητικού credo της.

Ο κριτικός αναγνωρίζει στους γεννήτορες της Στεφάνου και ειδικότερα «στο άπλωμα της διακεκομμένης και ενίοτε σπασμένης αφήγησης» (σ. 55), καθώς και στη διαρκή κίνηση ανάμεσα στον παρόντα και παρελθόντα χρόνο, τον Τάκη Παπατσώνη. Ο Τ.Σ. Ελιοτ και η Ερημη Χώρα οδηγούν την ποιήτρια στην αναζήτηση μιας νέας ιθαγένειας ανάμεσα στο ερμητικό και το ανοιχτό, κατορθώνοντας με τα συντρίμμια να αναστηλώσει τα ερείπια του έκπτωτου και περιπλανώμενου Ανθρώπου.

Η κριτική μελέτη του Ζήρα συμπληρώνεται με ανθολόγιο δικής του επιλογής, με νεανικά –κατοχικά και μεταπολεμικά– ποιήματα της Στεφάνου, έως όψιμα της συλλογής Οι λέξεις και τα γράμματα (1983), στα οποία ο αναγνώστης παρακολουθεί την ανάπτυξη της λυρικής μεθόδου της ποιήτριας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συζήτησης της Στεφάνου με τη Μαρία Τσάτσου, για το οποίο η ποιήτρια είχε δίκαια εκφράσει στον κριτικό την ικανοποίησή της, αφού σε αυτό αποτυπώνονται καίρια στοιχεία για τον έσω και έξω κόσμο της. Ενδιαφέρον για τη μεθοδολογία της κριτικής μεθόδου της Στεφάνου είναι το τρίτο παράρτημα του βιβλίου, που περιλαμβάνει την αρνητική κριτική του Τάκη Σινόπουλου για τη συλλογή Τοπεία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ, καθώς και την απάντηση της ποιήτριας.

Τέλος, οι τρεις επιστολές της Στεφάνου προς τον Ζήρα με τις οποίες ολοκληρώνεται ο μικρός, καλαίσθητος τόμος συμπληρώνουν την ποιητική προσωπογραφία της, την οποία ο Ζήρας φιλοτέχνησε με κριτική ακρίβεια και γνησιότητα συναισθημάτων και ομολογιών.