ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αριστοτέλης Σαϊνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αισθητικές παρατηρήσεις, ημερολογιακές εγγραφές ή και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, στοχαστικά θραύσματα, δραστικοί αφορισμοί, ποιητική πρόζα. Υβριδικά πεζά που κάποτε αποκτούν στοιχειώδη πλοκή ή αυστηρή δομή και μέγεθος διηγήματος ή δοκιμίου. Ετερογενή «μικροδοκίμια» και «ταχυαφηγήματα», για τον συγγραφέα τους, συσσωματώνονται σε δέκα χαλαρά συνδεδεμένες ενότητες. Γραμμένα σε μάκρος χρόνου, ολοκληρώνουν μιαν άτυπη τετραλογία με τις συλλογές Με εισιτήριο επιστροφής (1983), Οι κουρτίνες του Γκαριμπάλντι (2000/2012) και Στενογραφία (2006). Μαζί με το Ζωή με εχθρούς (1998/2008) μαρτυρούν τη στροφή του ποιητή Κώστα Μαυρουδή στην πεζογραφία.

Ολα τους ταλαντεύονται μεταξύ λογοτεχνίας και ζωής, καθώς οι αισθητικές εμμονές του συγγραφέα διασταυρώνονται συνεχώς με το καθημερινό βίωμα. Αλλοτε ένα μικρογραφικό δείγμα ζωής γίνεται αφορμή για λογοτεχνικό ταξίδι, άλλοτε πάλι μια λεπτομέρεια εντοπισμένη σε μια δεύτερη ή τρίτη ανάγνωση («Η ωριμότερη ανάγνωση γίνεται με γυαλιά πρεσβυωπίας») κινητοποιεί την αντίστροφη διαδικασία, οδηγώντας τον «φιλάργυρο του βιώματος», όπως έλεγε ο Μαρκίδης, σε υπαρξιακές ενοράσεις.

Βασικός θεματικός πυρήνας, οι αντιστάσεις της πραγματικότητας στην αναπαράσταση, το τρύπωμα της φαντασίας στην κατακερματισμένη μνήμη. Κυρίαρχη εικόνα, η απουσία από την οποία απορρέει κάθε συγκίνηση. Η βαρύτητα είναι ο αήττητος νόμος και της ανθρώπινης συνθήκης, η λήθη το πεπρωμένο μας. Μήνυμα της Τέχνης, η αδύνατη αθανασία. Πηγή ύφους, ο περιορισμός και η περιγραφική σύμπτυξη, το απόφθεγμα ποιητική αποκάλυψη. Η μεταφορά, ο συνειρμός, η διακειμενικότητα, ο εγωτικός λόγος και ο «βιογραφισμός» είναι θέματα που επανέρχονται σ’ έναν υπόγειο διάλογο μεταξύ απομακρυσμένων μεταξύ τους κομματιών.

Κριτικός απέναντι στη νεοελληνική συνθήκη, επιφυλακτικός με τα οράματα, δυσανεκτικός στη συγκυρία, ο Μαυρουδής βλέπει την πολιτική ως προσομοίωση πολέμου, θεωρεί τα δικαιώματα ανταμοιβή για το χαμένο απόλυτο και δεν αναγνωρίζει καμία επιδραστικότητα στη λογοτεχνία.

Απέναντι στον αδυσώπητο χρόνο, το «πτωχευμένο από αιωνιότητα» υποκείμενο μπορεί ν’ αντιτάξει μόνο την Τέχνη. Οι καταλογικές λογοτεχνικές αναμνήσεις σχετικοποιούν τον χρονότοπο των μικροκειμένων. Ο αφηγητής, ως αρχαιολόγος της μνήμης, και τα προσωπεία του περπατούν μονίμως στο γυάλινο δάπεδο που χωρίζει τους επισκέπτες από τα αρχαιολογικά ευρήματα (19-20).

Το βίωμα προσεγγίζεται πάντα από απόσταση. Η «παιδική αδιακρισία» διασταυρώνεται με τα πολλαπλά «εγώ» μέχρι να συναντήσει το απολογιστικό ενήλικο βλέμμα που επωμίζεται ενοχικά το παρελθόν. Ο Μαυρουδής αυτοβιογραφείται και πάλι «με όσα είδε ως άλλος», προβάλλοντας αναμνήσεις σε πραγματικούς ή και «φασματικούς» φίλους. Θυμίζω τον άγνωστο Χ. (από τα «Φύλλα» του Δέντρου) και τον επινοημένο «σνομπ κομψογράφο» Κλέαρχο Γαζή. Η απόσταση του αισθητιστή από την ίδια του τη συγκίνηση, ο αδιόρατος κυνισμός που σχολιάζονται και εδώ, αποτελούν μόνιμα χαρακτηριστικά του ιδιοσυγκρασιακού του εστετισμού («αριστοκρατικού αναχωρητισμού» κατά Κούρτοβικ). Κανείς, ωστόσο, δεν είναι πιο κοντά του απ’ ό,τι ο «βουλιμικός εστέτ» που αντικατέστησε «τον πενιχρό του βίο» «με τη γραπτή ζωή», στην ψευδοδοκιμιακή «Γενεαλογία» (Η ζωή με εχθρούς, 2008) όπου σχολιάζονταν έμμεσα η ιδεολογία, το περιεχόμενο και η μορφή των κειμένων.

Ο συγγραφέας τούς αποδίδει την καταγωγή τους στην παράδοση των ηθολόγων. Ωστόσο, το δικό του «στενογράφημα» θα μπορούσε να συνομιλεί και με το «βιογράφημα», την ελάχιστη ενότητα του βιογραφικού λόγου που ο Ρολάν Μπαρτ έθεσε ως βάση καταγραφής κάθε ζωής, ακόμα και της δικής του. Το άσπρο γουνάκι του Σαντ, οι γλάστρες του Φουριέ, τα ιμάτια του Λογιόλα, όπως και οι φωτογραφίες που στοιχειώνουν (ηδονικές αναμνήσεις που αντιστέκονται στον χρόνο) τον Γάλλο εστέτ και θεωρητικό (ο οποίος υποτίθεται ότι κάποτε «σκότωσε» τον Συγγραφέα) είναι της ίδιας τάξης με τις κουρτίνες του Γκαριμπάλντι ή το γαλάζιο πακέτο με αλάτι του Bad Ischl στο σπίτι της νεκρής γιαγιάς μιας φίλης του Ζέμπαλντ. «Εικόνα αναπλήρωσης» σχολιάζει ο Μαυρουδής, «κάτι μεταξύ μετωνυμίας, μεταφοράς και προσωποποίησης».

Αν το απόφθεγμα είναι «ο νανισμός του δοκιμίου» και ο αφορισμός «κρύβει τη νοσταλγία του έπους», γιατί να μη θεωρήσουμε και αυτά τα «στενογραφήματα» του Μαυρουδή σαν γραμμένα από τον ήρωα ενός μυθιστορήματος, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ; Ακολουθώντας παλαιότερη πρόταση του Μαραγκόπουλου, και αυτό το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως «λανθάνουσα μυθιστορία», από τις σελίδες της οποίας προβάλλει συνεχώς ένας εστέτ και διανοούμενος συγγραφέας που λάμνει στους αιώνες. Μπορεί κανείς να διαφωνεί κατά τόπους με τον συγγραφέα, οφείλει όμως να του αναγνωρίσει όχι μόνο παρρησία («η λογοτεχνία καθαρογράφει το πρόχειρο της εμπειρίας»), αλλά και, κυρίως, μια σισύφεια πάλη με το ύφος, αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι κάθε κείμενο είναι καταδικασμένο ν’ αποτελεί μαρτυρία της αδυνατότητας ν’ αναπαραστήσει την παντοδύναμη ζωή.