Αν ισχύει η κοινοτοπία ότι δεν διαλέγει κανείς τους προγόνους του, άλλο τόσο ευσταθεί η πολύ πιο ενδιαφέρουσα άποψη ότι κατασκευάζουμε ή αποσιωπούμε τους προγόνους που θα θέλαμε να έχουμε ή να μην έχουμε. Στην περίπτωση του Σεν Σιμόν (1760-1825) αυτό αληθεύει διπλά. Αφενός, θετικά: με τους θιασώτες του, που αξίωσαν να συνεχίσουν -ή, ακριβέστερα, να υλοποιήσουν πρώτοι αυτοί- τη γνήσια κληρονομιά του: τους σενσιμονιστές, οι οποίοι θέλησαν μετά τον θάνατο του ιδρυτή πατέρα να άρουν όλες τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στον βωμό του «παγκόσμιου συνεταιρισμού», και τους υπόλοιπους μεταρρυθμιστές που εμπνεύστηκαν από αυτούς (αναρχικούς, σοσιαλιστές, μαρξιστές λενινιστές) για να κάνουν τον κόμη Κλοντ-Ανρί ντε Ρουβρουά ήρωα ενός πρακτικού Διαφωτισμού, όνομα άξιο να χαραχτεί στη «στήλη της ελευθερίας» των μπολσεβίκων· αφετέρου, αρνητικά: με τους πολέμιούς του, συντηρητικούς, αντικομμουνιστές, (νεο)φιλελεύθερους οπαδούς της μεταψυχροπολεμικής συναίνεσης, για τους οποίους τα κορπορατιστικά σχέδια διαφώτισης των μαζών, επιβεβλημένης κοινωνικής ειρήνης και βιομηχανικής οικονομικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τη βεβαρημένη σενσιμονική κληρονομιά, παρέπεμπαν υπερβολικά σε σοβιετικού τύπου πειραματισμούς για να τύχουν ευνοϊκής αντιμετώπισης.
Οπως όμως συμβαίνει συχνά στην Ιστορία, οι παραδόσεις δύνανται να αντιστρέφουν την αυθεντική ιστορική πραγματικότητα, αυτή την ενεργεία επικαιρότητα που είχε κατά νου ο Βάλτερ Μπένγιαμιν όταν ζητούσε από το παρόν να πυροδοτήσει από τη μοναδική, κρίσιμη οπτική του το εκρηκτικό δυναμικό του παρελθόντος. Διαβάζοντας σήμερα τις Επιστολές ενός κατοίκου της Γενεύης στους συγχρόνους του, παραδόξως το μοναδικό κείμενο του Σεν Σιμόν που βρίσκουμε στα σύγχρονα ελληνικά (ολόπλευρα φροντισμένο στην παρούσα έκδοση από τον Δημήτρη Φούφουλα, έναν από τους σπάνιους μη Γάλλους ειδικούς στο αντικείμενο), έχουμε την ευκαιρία να δούμε τη σκέψη του συγγραφέα του υπό το φως τής (ή έστω μίας) πραγματικότητάς της όχι ως ιδρυτικής παράδοσης του ουτοπικού, μαρξιστικού ή/και υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά ως προδρομικής τεχνοκρατικής ουτοπίας που στις μέρες μας απωθείται γιατί ξαναστήνει στα πόδια της όλη την κατ’ επίφαση νηφάλια γραμμή της «ενιαίας σκέψης», τη σημερινή απολογητική του καπιταλισμού, σαν μια θρησκεία «καθαρής λατρείας», χωρίς δόγμα, όνειρα ή έλεος (όπως έλεγε επίσης ο Μπένγιαμιν).
Η επιτροπή σοφών που προτείνει το 1803 ο Σεν Σιμόν στους σύγχρονούς του -στους οποίους συμπεριλαμβάνει ως ύστατο και καθ’ ύλην αρμόδιο παραλήπτη τον «Πολίτη Πρώτο Υπατο» Ναπολέοντα Βοναπάρτη- φιλοδοξώντας να την κάνει μια παγκόσμια κυβέρνηση του Ορθού Λόγου, μια «συνάθροιση των αιρετών της ανθρωπότητας», με την επωνυμία «Συμβούλιο του Νεύτωνα», που διαρκή αποστολή της θα έχει τη διαπαιδαγώγηση και τη συμπαράταξη όλου του ανθρώπινου πληθυσμού (με ορισμένες κακοφορμισμένες πλέον ρατσιστικές εξαιρέσεις) για την πρόοδο της επιστήμης και της βιομηχανίας, θα έπρεπε κανονικά να χαιρετίζεται επετειακά από σύγχρονους ιδεολόγους, θεσμούς και ιθύνοντες που σπεύδουν σε κάθε ευκαιρία να δυσφημήσουν και ιδανικά να παρακάμψουν κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση προκειμένου να προαγάγουν τον ορθολογισμό των λίγων επαϊόντων ενάντια στον ανορθολογισμό των πολλών αδαών, ακριβώς «προς όφελος» των τελευταίων. Θα έπρεπε, αλλά δεν συμβαίνει – και πλέον όχι τόσο επειδή το παρελθόν των χρήσεων και οικειοποιήσεων βαραίνει ακόμα στις συνειδήσεις, όσο διότι ο Σεν Σιμόν δεν διστάζει να παραδεχτεί τον οραματικό χαρακτήρα του εγχειρήματός του («Ο Θεός μου μίλησε», σελ. 84), φτάνοντας άλλωστε προς το τέλος της ζωής του στο σημείο να εισηγηθεί έναν «νέο χριστιανισμό» συντεχνιακής συναδέλφωσης για το κοινό καλό.
Πραγματιστής και ουτοπιστής παντός καιρού, ο Σεν Σιμόν φανερώνει απολαυστικά τη δυσάρεστη αλήθεια ενός ολόκληρου ιερατείου που διακόσια χρόνια αργότερα κρύβει (αλλά για πόσο ακόμα;) από τον εαυτό του και τους υπηκόους του το πραγματικό του πρόσωπο στο μπλε φως υπερσύγχρονων διοικητικών και επικοινωνιακών διαύλων. Γι’ αυτό και μόνο του χρωστάμε χάρη – και μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε γι’ άλλη μία φορά στο ατέρμονο γαϊτανάκι των ιστορικών αναδοχών σαν δικό μας.
