ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αριστοτέλης Σαϊνης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Υβριδικό οικογενειακό μυθιστόρημα» χαρακτηρίζει η συγγραφέας το όγδοο μυθιστόρημά της, και πράγματι πρόκειται για ένα κείμενο που ισορροπεί μεταξύ βιογραφίας και αυτοβιογραφίας, μυθοπλασίας και ιστορικής φαντασίας, αποτελώντας ένα «νεφέλωμα» από παραμυθητικές ιστορίες συγγενικών προσώπων, «χειροποίητες λέξεις», ιστορικά γεγονότα ή χειρονομίες που έμειναν εκκρεμείς, «υπαινιγμούς και εικασίες, ακόμα και ανακρίβειες».

Η πρόθεση βιογράφησης των «γνωστών αγνώστων» (που γνωρίσαμε ως γονείς) εμπλέκει την αυθιστόρηση («Τον εαυτό μου θέλω να μάθω») και κατ’ επέκταση τη συγγραφική αυτοαναφορικότητα. Η Ρέα Γαλανάκη εποπτεύει τον χαμένο χρόνο και τους χαμένους της ανθρώπους και λάμνει στο οικογενειακό της σάγκα «κατά βούληση»· νηφάλια και ακριβοδίκαια παρακολουθεί διακριτικά το ταξίδι ζωής των συγγενών της, «υπαρκτή και ανύπαρκτη» ανάμεσα στις γραμμές αγωνίζεται να διασώσει στοιχεία της προσωπικής της μυθολογίας.

Προϊόν μακράς περιόδου συλλογής υλικού, επίπονης επεξεργασίας, αναπροσανατολισμού της έρευνας και αναδιατύπωσης ερωτημάτων. Αφηγήσεις συγγενών και παλιές φωτογραφίες, κλειδωμένες σε συρτάρια ή αλιευμένες από έντυπα αποτελούν βασικό κορμό του βιβλίου, που δομείται σε τέσσερα μέρη.

Αλλοτε το συγγραφικό βλέμμα «διαβάζει» τις φωτογραφίες ή το αχνό μελάνι στις πίσω όψεις τους με τον τρόπο του ερευνητή, άλλοτε τις αφουγκράζεται προσπαθώντας ν’ ακούσει τη «φωνή της μνήμης». Σαν «ανοιχτό βιβλίο» οι φωτογραφίες δίνουν πρόσωπο σε μνημονικές σκιές. Κάποτε ζωντανεύουν. Συχνά μια ασήμαντη λεπτομέρεια εκτρέπει την περιγραφή στις ατραπούς της μυθοπλασίας. Αλλοτε, ακόμα πιο τολμηρά, η συγγραφέας εισχωρεί εκεί όπου κανείς ιστορικός ή βιογράφος δεν θα τολμούσε, διαβάζοντας τις σκέψεις των εικονιζομένων. Οπου η λεγόμενη «πραγματικότητα» «σιωπά», η φαντασία παίρνει το πάνω χέρι. Τότε η συγγραφέας ανοίγει διάλογο με «αμίλητες σκιές».

Καθόλου τυχαία, το βιβλίο αρχίζει με την ονειρική σκηνή του «ατεκμηρίωτου» (ελλείψει φωτογραφιών) γάμου του ωτορινολαρυγγολόγου Εμμανουήλ Γαλανάκη από το Αρκαλοχώρι και της μικροβιολόγου Αικατερίνης Παπαματθαιάκη από την Ανω Βιάννο, και ολοκληρώνεται με την περιγραφή της φωτογραφίας του ένοπλου ζεύγους τον Οκτώβρη του 1944. Ο πόλεμος ως βίαιος ρυθμιστής, ο έρωτας ως βασικός σύμμαχος της ζωής που επιμένει…

Καθώς, μάλιστα, στον βίο και στα έργα των γονιών της, που πρωταγωνίστησαν στα μεγάλα γεγονότα της εποχής τους, συσσωματώνονται ατομικές ιστορίες συγγενών, το βιβλίο μεταμορφώνεται σ’ ένα πανόραμα της ταραγμένης και μεταβατικής εποχής τους (από τον Διχασμό και τη Μικρασιατική Καταστροφή ώς τον Εμφύλιο και τη δικτατορία), δίνοντας την ευκαιρία στη συγγραφέα να μιλήσει για τα πάντα: τον γυναικείο αγώνα για ισότητα στην πατριαρχική παραδοσιακή κοινωνία, τον εκσυγχρονισμό της κρητικής επαρχίας, την αξιοσύνη των αγράμματων γυναικών, τα ταμπού της αστικής ζωής, την αξία της προφορική λαϊκής αφήγησης κ.ά.

Για τη Γαλανάκη, η μεγάλη Ιστορία δεν είναι παρά η συνισταμένη πολλών μικροϊστοριών, ένα παλίμψηστο τόπων, πατρίδων και προσώπων. Ευαίσθητη στους ιστορικούς κραδασμούς, τρυπώνει στις ρωγμές της οικογενειακής ιστορίας, χρωματίζει ονειρικά τις γκρίζες ζώνες, παραθέτει και παραφράζει ντοκουμέντα, μιμείται και μεταμορφώνει τεκμήρια ή και συμπληρώνει ευφάνταστα όσα ξέχασε η επίσημη Ιστορία. Ταυτόχρονα ανοίγει διαρκώς διόδους στο συγγραφικό της εργαστήρι. Πώς μοίρασε πραγματικά στοιχεία σε πλάσματα της φαντασίας της στον Αιώνα των λαβυρίνθων (2003); Σε ποιες αφηγήσεις βασίστηκε Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά (1989); Ποια ήταν το «πρότυπο» της ηρωίδας στο διήγημα «Η ιστορία της Ολγας» (Τρία ομόκεντρα διηγήματα, 1987);

Τα Κατά Εμμανουήλ και Αικατερίνην αρχίζουν ονειρικά όπως αρμόζει στη μυθοπλασία, κινούνται στο μεταίχμιο στα εσωτερικά κεφάλαια, σβήνουν όμως στην Ιστορία. Ωστόσο, «ο λογοτέχνης δεν υποκρίνεται τον ιστορικό», γιατί η σύνδεση του παρόντος με το παρελθόν, στο πλαίσιο συγκεκριμένων βίων και περιστατικών, αφορά τη μελέτη της ανθρώπινης περιπέτειας: «Από τη στιγμή που υπάρχει τέχνη του λόγου, φαίνεται να υπάρχει κι ένα θέμα “χαμένου χρόνου” ή “χαμένου Παράδεισου”, συνεπώς κι ένα θέμα νόστου», έγραφε παλιότερα η ίδια («Λογοτεχνία και ιστορία»: Βασιλεύς ή Στρατιώτης, Αγρα 1997). «Νόστος το αρχετυπικό και σταθερό μοτίβο της ανθρώπινης ψυχής», σημειώνει τώρα.

Εξ ου η επιστροφή στις νεανικές αναμνήσεις, εξ ου η επιστροφή στα τοπόσημα της δικής της διαμόρφωσης: το πατρικό σπίτι, η αυλή των παιδικών ονειροπολήσεων, ο κήπος της εφηβικής μελαγχολίας, το βυζαντινό κουβάρι των σοκακιών του Ηρακλείου… Τα «τώρα» μπερδεύονται, οι γωνίες λήψης συντήκονται, η αφήγηση διασώζει τις ευαίσθητες οπτικές διάφορων ηλικιών.

Στην αφετηρία, οι ενοχές για το «αυτάρεσκο» «θράσος της επαναστατημένης» νεότητας. Στην κατάληξη, η ώριμη συνειδητοποίηση της ανάγκης για συγχώρεση, καταλλαγή και κατανόηση της αντιθετικής στάσης γονιών και συγγενών στις ερωτικές ή πολιτικές περιπέτειες της νεαρής, που έμελλε να γίνει το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας.

Ακόμα ένα πολύτροπο βιβλίο, γοητευτικά προσωπικό και τολμηρό αντικαθρέφτισμα, ώριμο καταστάλαγμα της ποιητικής της Γαλανάκη και αναδρομικό σχόλιο σε όλο της το έργο.