ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καράμπελας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Μάριο Τρόντι είναι ίσως ο σημαντικότερος άγνωστος Δυτικός μαρξιστής της εποχής μας, και όχι μόνο στα καθ’ ημάς. Θεμελιωτής της «εργατικής αυτονομίας», της παραλλαγής του μαρξισμού που γεννήθηκε στους εργοστασιακούς αγώνες της δεκαετίας του 1960 στην Ιταλία και, μέσα από πολλές μεταλλαγές και συγκρούσεις, γονιμοποίησε το κίνημα της Αυτονομίας που σάρωσε τη γείτονα σε όλη τη δεκαετία του 1970, ο Τρόντι πρότεινε, ιδίως με το βασικό του έργο, Εργάτες και κεφάλαιο (1966), μια, σχεδόν κλασική, βεμπεριανή «συμπλήρωση» του Μαρξ, με γνώμονα τον σχεδιασμό μιας καθ’ όλα αυτόνομης πολιτικής θεωρίας για την εργατική τάξη, έτσι ώστε το περίφημο πολιτικό κενό στη μαρξιστική σκέψη να καλυφθεί με τα αμιγή μέσα του επαναστατικού υποκειμένου, της μαχόμενης τάξης των καταπιεσμένων.

Αν και πάντα κοντά στο ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ο Τρόντι, με τη συνεπή του έρευνα για έναν χώρο πολιτικής αυτονόμησης του σύγχρονου (άρα όχι μόνο βιομηχανικού) προλεταριάτου, μακριά από τους κατεστημένους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς, βρέθηκε εξ αρχής πολύ κοντά σε αντεξουσιαστικές και αναρχικές πολιτικές συλλογικότητες που εμπνέονταν ωστόσο από τη μαρξιστική παράδοση, και αυτές ήταν που τον οικειοποιήθηκαν στην Ελλάδα τα τελευταία 45 χρόνια, καταδικάζοντάς τον συγχρόνως στην ακαδημαϊκή περιθωριοποίηση – μια διδακτική μικρογραφία αυτού που συνέβη και διεθνώς με την περίπτωσή του.

Το πόσο συνυφασμένη ήταν ανέκαθεν η θεωρητική σκέψη του Τρόντι με τα κοινωνικά κινήματα φαίνεται καθαρά από τον μικρό τόμο με τίτλο Ο νάνος της Θεολογίας και η κούκλα της Ιστορίας, που συγκεντρώνει τέσσερα ύστερα μαθήματά του (του 2010) στα οποία η παθιασμένη αναζήτηση του «πολιτικού», δηλαδή μιας μορφής χειραφετικής δράσης πέρα από το σιδερένιο κλουβί του αυτοματοποιημένου τεχνοκρατικού καπιταλισμού, παύει να αναφέρεται σε υπαρκτές μορφές εργατικής κινητοποίησης και στρέφεται στην αμφιλεγόμενη παράδοση της «πολιτικής θεολογίας», την οποία κατά βάση κατασκεύασε ο θεολόγος Γιάκομπ Τάουμπες τη δεκαετία του 1980, ομαδοποιώντας, μαζί με τον εαυτό του, τον Καρλ Σμιτ και τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, στο πλαίσιο ενός ανανεωμένου βεμπεριανισμού όπου η αλτουσεριανού τύπου «σχετική αυτονομία του πολιτικού» ριζοσπαστικοποιείται, για καλό ή για κακό.

Αυτή την κατασκευή ανασκοπεί στα μαθήματά του ο Τρόντι, ομολογουμένως με τρόπο γοητευτικό, χωρίς να διστάζει ούτε στιγμή να την υιοθετήσει ως θεωρητική πρόταση για μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική πολιτική. Σε όλη τη συζήτησή του, όμως, η αναμφίλεκτη στράτευσή του στη «θεολογία ως γλώσσα της πολιτικής» κάνει κατάφωρη την έλλειψη αυτού που κάποτε τροφοδοτούσε ασταμάτητα τη θεωρία του: ενός υπαρκτού, ζωντανού κοινωνικού κινήματος που θα προωθούσε την υπόθεση του προλεταριάτου, ή έστω των καταπιεσμένων τού σήμερα.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι έχουμε εδώ την ήττα ή τουλάχιστον την αναδίπλωση μιας πολιτικής θεωρίας που πριν από μισό και πλέον αιώνα τόλμησε να διακηρύξει, και δη πειστικά, ότι «ο εργάτης είναι ο πάροχος του κεφαλαίου», ότι «η καπιταλιστική τάξη, από καταβολής της, υπάγεται στην εργατική τάξη» και ότι πεπρωμένο του προλεταριάτου είναι η συνολική «πολιτική άρνηση» του καπιταλιστικού συστήματος, απέναντι στην οποία το τελευταίο μπορεί να αντιπαρατάξει μόνο την καθαρή βία [τα παραθέματα από το κείμενο «Η στρατηγική της άρνησης», εισαγωγή του Εργάτες και κεφάλαιο, στον πολύτιμο συλλογικό τόμο Autonomia: Απόψεις, αγώνες, μαρτυρίες των Ιταλών Αυτόνομων (1970-1980), εκδ. Λέσχη κατασκόπων του 21ου αιώνα].

Στην πραγματικότητα, η απουσία επαναστατικού υποκειμένου στις αρχές του αιώνα μας κυρίως αποκαλύπτει μια θεωρητική δομή που απέκρυπτε η τόσο γόνιμη κάποτε αναφορά στο προλεταριάτο: την όντως θεολογικού τύπου απολυτοποίηση μιας διάστασης της ζωής των καταπιεσμένων, της πολιτικής, που δεν άργησε να γίνει, από ενεργητική πρακτική, ένα αδρανές ουδέτερο ουσιαστικό, «το πολιτικό».

Κι ενώ θα περιμέναμε η γείωση της πολιτικής διάστασης στην εμπειρία της καταπίεσης να κάνει επιτέλους πράξη την εκκοσμίκευση στο πεδίο του πολιτικού ριζοσπαστισμού, τουναντίον η θρυλική προλεταριακή «έφοδος στον ουρανό» τελικά αποδεικνύεται εκ νέου αποθέωση, ή εκπνευμάτιση, του ανεύρετου τόπου που υπήρξε η επαναστατική πολιτική στον κλασικό μαρξισμό. Για χάρη της αυτονομίας τους, οι καταπιεσμένοι φαίνεται ότι έχασαν τον εαυτό τους – και προπάντων αυτόν καλούμαστε να ξαναβρούμε σήμερα.