Το διήγημα δεν είναι επιφορτισμένο να αναδεικνύει την ευρεία εικόνα της ζωής, αλλά, ξεκινώντας από το μικρό, να κόβει εγκάρσια την πραγματικότητα. Ενδεχομένως η ιστορία του να μην είναι τόσο σύνθετη ή στιβαρή, αλλά τελικά ορθώνει τη δική του αλήθεια, σύντομη, υπαινικτική ή λοξή. Μερικές φορές μάλιστα στήνεται στη γωνία δυο παράταιρων δρόμων, καθώς διατηρεί τα χαρακτηριστικά του ενός αλλά και τα γνωρίσματα του άλλου. Αυτή η τομή φέρνει αινίγματα, ανοιχτούς δρόμους, γέλιο, διάλογο με άλλα έργα, παιγνιώδεις υπονοήσεις.
Τα διηγήματα του Κώστα Κατσουλάρη ίσως αξίζει να διαβαστούν όχι τόσο ως μεμονωμένα κείμενα, αλλά ως ένα συνολικό εγχείρημα, καθώς από κοινού προτείνουν μια ιδιαίτερη ποιητική. Στην ουσία προχωράνε σε τέσσερις δρόμους, κάνουν σλάλομ σε παράδρομους κι εκεί συναντούν τον αναγνώστη.
Κατ’ αρχάς παίρνουν τον αινιγματικό δρόμο. Οχι επειδή δημιουργούν συνθήκες μυστηρίου ή αστυνομικής πλοκής, αλλά κυρίως επειδή πολλά από αυτά παίζουν κρυφτό με τους αναγνώστες. Τους παρουσιάζουν την ιστορία τους και τους αφήνουν να εννοήσουν, να υπαινιχθούν, να φανταστούν. Τους οδηγούν μέχρι ενός σημείου και ταυτόχρονα, πίσω από την επιφάνεια του κειμένου, τους υποδεικνύουν κάτι άπιαστο το οποίο δεν μπορεί να συλλάβει η κάμερα. Σε έναν ελλειπτικό λ.χ. τηλεφωνικό διάλογο, στον οποίο ακούμε μόνο τη μία πλευρά, σε μια τέτοια συνδιάλεξη που παράγει συγκίνηση, μια γυναίκα εκλιπαρεί τον συνομιλητή της να γυρίσει, αφού αυτή έχει τα χρήματα. Ολα όσα λέγονται υπονοούν όσα λείπουν και συνάμα επιτρέπουν στον αναγνώστη να καλύψει δημιουργικά τα νοηματικά κενά.
Δεύτερος δρόμος, ο οποίος ίσως αποτελεί συνέπεια του πρώτου, είναι αυτός που οδηγεί στο ανοιχτό και α-πέραντο (μη) τέλος. Η αφήγηση πορεύεται ώς ένα σημείο, αλλά δεν ολοκληρώνεται, το διήγημα τελειώνει, αλλά η ιστορία μοιάζει να συνεχίζεται. Πολλές φορές ρητά δηλώνεται από τον συγγραφέα ότι δεν ξέρει τι να κάνει τον ήρωά του. Στο «Pitch» π.χ. ο Τζέρι είναι ένας διάσημος τραγουδιστής που σκηνοθετεί τον θάνατό του, για να δει τις εκδηλώσεις λατρείας ανά την υφήλιο, με τη μάνατζέρ του Κλάρα να τον βοηθά, ώσπου αυτή ανακαλύπτει ότι κληρονομεί τη μισή περιουσία του. Τελικά τι συμφέρει να κάνει η μέλλουσα κληρονόμος;
Ο τρίτος δρόμος υποδεικνύει ότι τα διηγήματα της συλλογής δεν είναι διηγήματα! Ο συγγραφέας παίζει με τα είδη, καθώς οι ειδολογικές συγχύσεις εντείνουν τη γενικότερη αμφιταλάντευση. Σε μορφή διηγήματος τυλίγει κείμενα από άλλα είδη, μη λογοτεχνικά, από διαλόγους μέχρι συνταγές μαγειρικής, από ομιλίες μέχρι ποιήματα, από ιδέες για σενάριο έως μέιλ, από άρθρα σε περιοδικό μέχρι φωτογραφίες και ρεπορτάζ. Ο Κατσουλάρης σπάει τα όρια, διαρρηγνύει τα στεγανά, χτίζει λογοτεχνία με τα υλικά προηγούμενων κτισμάτων. Ανοίγει τους τοίχους και βάζει μέσα στο θέατρό του τον κήπο, με αποτέλεσμα η αντίθεση μεταξύ του μη λογοτεχνικού κειμένου και του λογοτεχνικού να δημιουργεί ξαφνιάσματα, που τελικά παράγουν αναγνωστικούς κραδασμούς.
Τέλος, ως απόρροια των παραπάνω, έχουμε το ιλαρό και μαζί σοβαρό παιχνίδισμα της γραφής. Αφού σχεδόν πουθενά ο διηγηματογράφος δεν διαμορφώνει ολοκληρωμένες υποθέσεις, βάζει τους αναγνώστες στο μυθοπλαστικό πλαίσιο και τους αφήνει σαν παιδιά σε παιδική χαρά να παίξουνε και να χαρούνε, να πιάσουνε το νήμα κι έπειτα να πλάσουνε μόνοι τους τους κανόνες και το όποιο τέλος.
Παντού γελά με την επιφάνεια που υπόσχεται βάθος, ενίοτε παίζει με το χιούμορ, μαύρο, υποδόριο όσο και δηλωτικό. Π.χ. στην «Ανθρωπόπιτα» ένας διακινητής μεταναστών εξηγεί πώς φτιάχνει τη συνταγή: σε ένα πλεούμενο χωράει πολλές στρώσεις αλλοδαπών, ραντίζει με αλμύρα, τους αφήνει στη θάλασσα και σκοτωμένους τους σερβίρει. Πρόκειται για το καλύτερο διήγημά του, που δείχνει να σχολιάζει την ίδια την παλίμψηστη γραφή αλλά και την οδυνηρή εξωλογοτεχνική πραγματικότητα. Παίζει αλλά συνάμα καταγγέλλει, γελά και μαζί επισημαίνει πικρά το μεταναστευτικό πρόβλημα, το οποίο συμπεριφέρεται στους ξένους σαν σε συστατικά μαγειρέματος, με πολλές απώλειες και θανάτους.
Ο τίτλος της συλλογής, που θυμίζει τις αντιφατικές συνθέσεις του Γιώργου Σκαμπαρδώνη (π.χ. «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος»), προϊδεάζει για το σταυροδρόμι στο οποίο ο λογοτέχνης οδηγεί μέσα στο ίδιο διήγημα τις ετερόκλητες συχνά γραμμές του. Κι επιπλέον αυτή η αντιφατικότητα, η μίξη, η απρόσμενη συνάντηση ενισχύει το παιχνίδι και κλείνει το μάτι στο αλλόκοτο, που είναι τόσο υπαρξιακά πραγματικό. Εγραψα και στην αρχή ότι δεν είναι όλα τα διηγήματα από μόνα τους αξιανάγνωστα, αλλά στη συνύπαρξή τους στον ίδιο τόμο αποκτούν άλλη δύναμη, σχολιάζουν και σχολιάζονται σε μια συνολική ποιητική του παιγνιώδους.
