Υπάρχει στη σύγχρονη κοινωνιολογία μια παράδοση μελέτης των ερωτικών σχέσεων που εμπνέεται από τους «κλασικούς» -τη βεμπεριανή φιλοσοφία της νεωτερικότητας, την ντιρκεμιανή θεωρία της ανομίας, την πολιτισμική ανάλυση του ύστερου καπιταλισμού από τη Σχολή της Φρανκφούρτης- και περιλαμβάνει στοχαστές τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ο Πιερ Μπουρντιέ ή ο Αντονι Γκίντενς. Παρότι δεν ανήκουν σε κάποιο ενιαίο ρεύμα να χαρακτηριστούν «εκπρόσωποί» του, οι θεωρητικοί αυτοί, βλέπουν τον ερωτικό δεσμό και τις μεταμορφώσεις του σαν έναν αστερισμό φαινομένων που στο πέρασμα από τις προνεωτερικές στις νεωτερικές και μετανεωτερικές κοινωνίες σφραγίζονται από όρους όπως «σύγχυση», «αβεβαιότητα», «ρευστότητα», «κατακερματισμός».
Το «Τέλος του έρωτα» της Εύας Ιλούζ συνοψίζει και επικαιροποιεί ιδανικά αυτή την πλήρη εντάσεων παράδοση, συνενώνοντας την εμπειρική έρευνα με μια επεξεργασία εννοιολογικών κατασκευών που αλλού παραμένουν υπερβολικά αφηρημένες. Το ζήτημα εδώ είναι ο έρωτας που τελειώνει προδιαγεγραμμένα, παίρνοντας είτε την παραδοσιακή μορφή του διαζυγίου είτε τις πιο τρέχουσες του περιστασιακού σεξ, των αιφνίδιων χωρισμών και των αμέριμνων «εξαφανίσεων».
Δεν είναι αδιάφορο ότι η Ιλούζ παραδέχεται εξ αρχής κάτι που παραμένει ύποπτα υπονοούμενο στο μεγαλύτερο μέρος των κριτικών μελετών για τις σημερινές ερωτικές σχέσεις: ότι αντικείμενό της είναι βασικά οι ετεροφυλοφιλικές σχέσεις και μόνο δευτερευόντως ο ομοφυλοφιλικός έρωτας ή η κουίρ σεξουαλικότητα. Χρειάζεται θάρρος και ταπεινότητα για να αναγνωρίσει ένας ερευνητής ότι λαμβάνει ως δεδομένη την κυριαρχία μιας επιμέρους, δεσπόζουσας όψης σε όλο το πεδίο που ερευνά, κάνοντάς τη μετά λόγου γνώσεως γνώμονα για τη μελέτη του συνόλου· έτσι τουλάχιστον μια υπαρκτή κυριαρχία δεν φυσικοποιείται λαθραία ως ανομολόγητο μοντέλο, αλλά δηλώνεται ως υπαρκτή ανισότητα που καθορίζει και την κατεύθυνση της ανάλυσης.
Οι πολυάριθμες συνεντεύξεις και πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις που παραθέτει η συγγραφέας δικαιολογούν και εκ των υστέρων αυτή τη βασική επιλογή, καθώς δεν μοιάζουν να υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ ετεροφυλοφιλίας, ομοφυλοφιλίας ή κουίρ σεξουαλικότητας στην ερωτική πρακτική: όλες οι μορφές έρωτα υπερκαθορίζονται εξίσου από το καθεστώς που η Ιλούζ ονομάζει «σκοπικό καπιταλισμό», εννοώντας την οργανωμένη παραγωγή αξίας γύρω από μια «κοινωνική σχέση διαμεσολαβημένη από εικόνες», Ομως το πιο ενδιαφέρον γνώρισμα της μελέτης της Ιλούζ δεν είναι ούτε η αναθέρμανση της θεωρίας του Ντεμπόρ, ούτε η ολοζώντανη τεκμηρίωση που γεμίζει τις σελίδες του βιβλίου, ούτε η ειλικρίνεια με την οποία η συγγραφέας οικειοποιείται ό,τι ένα πιο δύσπιστο μάτι θα αποκαλούσε ετεροφυλοφιλική προκατάληψη.
Θεωρητικοί όπως ο Γκίντενς ή ο Ούλριχ Μπεκ έχουν μιλήσει προ πολλού για την «αναστοχαστική νεωτερικότητα», εκλαμβάνοντάς την ως πρόοδο των νεότερων κοινωνικών συστημάτων προς την αυτεπίγνωσή τους, ή λιγότερο θριαμβευτικά, ως οριστική επικράτηση της οντολογικής και υπαρξιακής διακινδύνευσης σε κάθε κοινωνικό πράττειν σήμερα με όλα τα προφανή συμπαρομαρτούντα (απουσία νοήματος, απώλεια σταθερών συντεταγμένων, γενικευμένη ανασφάλεια, κ.ο.κ.).
Αυτήν ακριβώς τη διάσταση της αναστοχαστικότητας εφαρμόζει η Ιλούζ στο σύγχρονο ερωτικό φαινόμενο, μιλώντας για «αρνητικές σχέσεις» (που αρνούνται τον άλλο, κάνοντάς τον απλή αφορμή για ανασκόπηση του εαυτού) και «κβαντικές επιθυμίες» (που δεν γνωρίζουν το αντικείμενό τους όταν το επιθυμούν και παύουν να το επιθυμούν όταν επιχειρούν να το γνωρίσουν).
Και οι μεν και οι δε φανερώνουν πως η αναστοχαστική στιγμή -η κατά Μισέλ Ουελμπέκ «άλλη όψη της σύγχρονης αδυνατότητας της συνομιλίας», – είναι ένα σύμπτωμα βαθιά ναρκισσιστικό, στον έρωτα όσο και στην κοινωνική (συν)ύπαρξη, μια εκμηδένιση της ετερότητας για χάρη της ταυτότητας, της οποίας η ανάκλαση στον εαυτό γεννά ευκόλως εμπορεύσιμα ομοιώματα. Έτσι το τέλος εγγράφεται όντως εξ υπαρχής στο πρόγραμμα του (υπερ)νεωτερικού έρωτα σαν ανεξίτηλο σημάδι της κατάρας της ταυτότητας στο ανθρώπινο σώμα, όπως έλεγε ο Αντόρνο. Και αν δεχτούμε ότι τα ιστορικά πισωγυρίσματα δεν είναι εφικτά παρά μόνο με παρωδιακές ή τερατώδεις μορφές, η αναζήτηση του απολεσθέντα άλλου μένει εκκρεμής ανάμεσα στη διαιώνιση ενός παρόντος που τον απορρίπτει και την εκκίνηση ενός μέλλοντος που αργεί πολύ.
